Tuesday, May 05, 2009

Το Κελί

Κάθε μέρα φεύγεις
και μένω μονος σαν νήπιο στη κούνια
να κοιτάω τους γύρω τοίχους.
Κάθε μέρα φεύγεις.
αναρωτώμενη αν θα πειραχτώ
και έτσι δε περάσεις καλά.
Κάθε μέρα φεύγεις,
για να ζήσεις τη ζωή "καλά",
να μή σπαταλήσεις χρόνο μόνη.
Κάθε μέρα φεύγεις
και μένω πίσω στο κελί μου,
ψάχνοντας να δείξω κάπως κατανόηση.
Κάθε μέρα φεύγεις,
όλο και πιό μακρια μου πας.
Κάθε μέρα φεύγεις μακριά

Friday, February 27, 2009

Το Έπος

Βαραίνει
Σαν μια υπόσχεση ανούσιας ελπίδας
Η αίσθηση μετά το πέρας ενός γλυκού ονείρου
Βροχή κάτω από τη βελούδινη σκεπή

Αν μπορούσα να σταθώ ψηλά από τον κόσμο
Θα έβαζα το όνειρο να ξεριζώσει το μουντό
Γιατί η καρδιά μου είναι πολύ μικρή για να χωρέσει η χαρά
Και ξεχειλίζει με ατμούς, μέσα από λιωμένες ματιές

Γιατί σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, αλήθεια
Τραγούδι κάλεσμα, καθώς υψώνομαι και πέφτω
Γιατί σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, στ’ αλήθεια
Και δεν υπάρχει ψέμα ή τέλος σ’ αυτό 

Υπάρχει κάποια πιθανότητα να δώσω βάρος
Μια επιλογή, ένα μονοπάτι να ακολουθήσω;
Σε παρακαλώ αγάπη μου, μείνε ξύπνια
Έρχομαι, επιστρέφω, είμαι εκεί

 Απ’ το μπλε της θάλασσας θα έρθει
Θα με καλύψει με ύπνο, σε κόκκινο όνειρο
Που το χρειάζομαι τώρα, τόσο πολύ
Καθώς ξεκινώ με το όνειρο αυτό για φυλαχτό 

Πώς να γράψω κάτι αποδοτικό;
Κάτι που άφοβα να δηλώνει
Το μέγεθός της στο φώς,
Μέσα στα μάτια της είδα, πρώτη φορά
Στην αντανάκλασή της, ο πραγματικός θεός.
Αυτόν που όλοι βρίζουμε, γιατί προσευχόμαστε
Και δεν μας ακούει, που μας έχει εγκαταλείψει
Που παίζει με μας σα να ήμαστε παιχνίδια
Γιατί ήμουν τυφλός και είδα, κωφός και άκουσα, μουγκός και μίλησα
Ήμουν ανίκανος να μυρίσω και μύρισα την ανάσα της
Ήμουν μόνος και μ’ αγκάλιασε
Ήμουν ξεχασμένο αγρίμι και με χάιδεψε στη γούνα
Γιατί πεινούσα και με έθρεψε με το αίμα της
Γιατί ήμουν άψυχος και μου έδωσε τη ψυχή της 

Γιατί έβλεπα μονόχρωμους εφιάλτες
Και μου έδωσε όνειρα γεμάτα χρώματα, ζωή
Γιατί η ίδια η ζωή έστεκε άχρωμη μπροστά μου
Και τώρα έγινε το ίδιο το όνειρο, ζωή

Και το έπος τελειώνει με μιαν αρχή


Thursday, October 16, 2008

Αβίαστα

Μέσα στις σπηλιές, ζούσα τη ζωή
τρεφόταν η ψυχή μου με άγνοια
με κομμάτια στεγνής σάρκας σκότους
δίχως αίμα, δίχως φώς, δίχως λόγο
 
Μέσα στο θολό, ζούσα το θάνατο
ξεθώριαζε η ψυχή μου από χρώματα
το αίμα μού έβραζε μισος και οργή
αναπνοή μια ευχή, για χάδι εκδίκησης

Άφωνος στάθηκα σα κοίταξα
το βλέμμα της πως θάμπωνε κάθε άλλη εικόνα
Άφωνος στάθηκα και άκουσα
λέξεις και ήχους της να καλύπτουνε κάθε άλλο ήχο

Πες μου κόρη του σπασμένου καθρέφτη
πες μου που βρίσκεται ο πύργος σου να έρθω
ποιό δρόμο να βαδίσω σα προσκυνητής για να σε βρω
ποιο βασίλειο πρέπει να διαλύσω για να 'ρθώ
Τι μαγική λέξη αλήθειας πρέπει να ουρλιάξω
Τι κρασί πρέπει να πιω για να σ'ονειρευτώ;

Κι αν δυο σκοτεινιασμένες ψυχές σμίξουν
φως και λάμψεις γεμίζει ο κόσμος γύρω
σαν δυο κατασκότεινα σύννεφα συγκρουστούν
αστραπές, ηλεκτρισμός και κεραυνούς παράγουν 

Κι η ανάσα βαραίνει
οι αισθήσεις λιώνουν σε όνειρο
νέα μάτια ανοίγουν, νέα παράθυρα
σε άλλους κόσμους
καθρέπτες, πόρτες, πύλες
μπαίνεις και βγαίνεις, απλά,
αβίαστα
 
Μες τις σκιές αχνίζει το πρόσωπό της
Μές τους ψιθύρους της σιωπής ηχεί η φωνή της
και σαν η σκέψη φεύγει και ενώνεται με τον αιθέρα
τότε όλα γίνονται ένα και ταυτόχρονα πολλά
οι ήχοι, οι εικόνες, η αφή, οι χτύποι, το σφίξιμο, το φίλι
αβίαστα

Tuesday, October 14, 2008

Φοβάσαι

Τρέμοντας αγγίξαμε το φώς
με δέος οι ανάσες μας ενώθηκαν
σε ήχους αφυσικούς για τότε
εκείνη τη χρονιά έβρεχε
 
Σήμερα, όταν ξύπνησα τα μάτια μου πέσαν πάνω στα σύννεφα
Πάλι βρέχει.
 
Πίσω από χαμόγελα κρύψαμε τη περιέργειά μας
Πίσω από τα μάτια μας κρύψαμε τους φόβους μας
Πίσω από τα βλέμματα μας κρύψαμε την αγάπη μας.
 
Σήμερα, όταν περπάτησα προς το ρυάκι παρατήρησα τα σύννεφα
Πάλι θα βρέξει.
 
Ένα χάδι σπάει τη μάσκα
το βλέμμα ραγίζει
και τα μάτια σαν πληγές
αιμοραγούν δάκρυα
χείλη τρέμουν
βαθιά ανάσα καλύπτει το κενό
χτύποι μιας καρδιας
και ένα τρέμουλο
μια αγκαλιά
 
Σήμερα, όταν γύρισα στο δωμάτιό μου είδα δυο χρώματα.
Μπλε και Κοκκινο
 
Θυσίασα το όνομα το υιου
στο όνομα του Πατέρα
γέμισε το ποτήρι μου με αίμα
ο αμνός θυσιάστηκε και πάλι
Υψώσαμε το ποτήρι
αφουγκραστήκαμε και ήπιαμε

Μισοί μες τη ζωή βαδίζουμε
ψάχνοντας σαν τυφλοί
με τα μάτια μας στα δάχτυλα
να αγγίξουμε
να νιώσουμε
να γευτούμε
κάτι οικίο, μα και τόσο διαφορετικό

Σήμερα, το φαγητό ήταν άγευστο. Το νερό δε ξεδιψούσε.
Πάλι Πεινάω. Πάλι διψάω.

Δειλό στην αρχή
μετά απότομα γρήγορο
μετά σταθερό, πιο ώριμο
μετά παιχνιδιάρικο, εξερευνητικό
και τέλος αποχαιρετιστηριο.
 
Σήμερα, είπες πως θυμάσαι ακόμα τη μυρωδιά.
Πάλι θυμίθηκα τη Γεύση
 
Μια φωνή
γεμάτη αγάπη
γεμάτη θέρμη
γεμάτη χαρά
εκφράζει φόβο.
 
Αράχνες του παρελθόντος
φυλακίζουν τις αθώες ψυχές μας
έρμαια κακών αναμνήσεων
εμπνέουν εφιάλτες, ανησυχίες
ανασφάλεις και φόβους.
 
Σήμερα, φοβήθηκες πως θα μαλώναμε
Σήμερα, φοβήθηκες πως θα έπρεπε να αλλάξεις ότι πιστεύεις
Σήμερα, φοβήθηκες πως θα φύγω
Σήμερα, φοβήθηκες πως θα μείνεις μόνη.
 
Πώς να μαλώσω με τον εαυτό μου;
Πώς να αναγκάσω να αλλάξω τα πιστεύω από το χαμόγελό μου;
Πώς να φύγω απ' τον αέρα που αναπνέω;
Πως να αφήσω μόνη τη Καρδιά μου;
 
Ο αερας που αναπνέω
εισπνοή και εκπνοή
Η καρδιά που χτυπάει
και με κρατά στη ζωή
Το φώς που χτυπα τα μάτια μου
και βλέπουνε κάτι στο σκοτάδι
Η φλόγα του κεριού
η ψυχή στο σώμα μου
εσύ είσαι όλα αυτά
εσύ είσαι και η χαρα
εσύ είσαι και η λύπη
και το δάκρυ που δραπέτευσε για πρώτη φορά
το φύλαξα θυσαυρό, απόδειξη πως να, κι εγώ ζω
και αυτό ακόμα, σε σένα το χρωστώ

Saturday, September 13, 2008

Σκοτεινέ Μορφέα

Άγνωστε θεέ πήγαινε και πες τους
πως ήλθα μιαν αυγή και τους είδα
μόνους να κάθονται μέσα στα πλήθη
ο ένας κοιτώντας τη πλάτη του άλλου

Και απόρρησα...

Υπνοβατώντας ξύπνιοι
ζητιανεύουν στην ομίχλη, τυφλοί
με ορθωμένα τα χέρια περπατώντας
βλέπουνε έχοντας τα μάτια στα δάχτυλα

Και έκλεισα τα μάτια μου...

Όνειρο ασπρόμαυρο, δίχως χρώματα
οσμές ξερές, σχεδόν ανύπαρκτες
ήχοι δυσνόητοι, παρουσία ψυθίρων
με ανήσυχες καρδιές να ηχούν χτύπους αγωνιας

και στήθηκα να ακούσω...

Κι οταν δάχτυλα συναντουν άλλα δάχτυλα
τυφλά τα πρόσωπα, μαθαίνουν πρώτα την αφή
ύστερα τους ήχους και τέλος την οσμή.
μα πάντα με χέρια απλωμένα στέκουν

και κατάλαβα...

Περιμένουν απάντηση στις κρυφές ερωτήσεις τους
Ή τη σωστή ερώτηση για να δώσουν τη μόνη απάντηση που έχουν
"Βοήθησέ με"

και αφέθηκα...

Τα στόματα ανοίγουν και αιμοραγούν λέξεις
Τα μάτια λιώνουν σε δάκρυα χαράς ή λύπης.
Νέα χρώματα, νέες λάμψεις, νέες μυρωδιές
Και το σκοτάδι ενσωματώνεται στο φώς

Σκοτεινέ Μορφέα, δεν βλέπεις το συναίθημα μέσα μας;
Παρέλαύνουμε μπροστά σου γυμνοί χωρίς αναστολές
και μετά πεθαίνουμε χαμογελόντας και αναστενάζοντας
Ζούμε το όνειρο κάποιας ανώτερης μορφής ζωής.
Ξυπνά αυτή, τελειώνει το όνειρο, και εμείς αιθέρας.

Monday, August 25, 2008

Πόρνη

Της πόρνης η μάσκα κι αν κάποια στιγμή ραγίσει
η σάπια η χαρά της παραπάνω δεν θα ζήσει
Της πόρνης η καρδια κι αν κάποτε γεμίσει
δεν θα'ναι από αγάπη αλλά από συμφέρον για γαμίσι

Έχουν οι απρόσωποι θεοί μάτια και βλέπουν
κι αρρώστια και σήψη και σαπίλα φέρνουν
και οι θνητοί ρωτουν γιατι με τιμωρείς γιατί με καταδιώκεις;
κι αφου τη σιωπή τους παίρνουν για χρυσό
συνεχίζουν τα ίδια και τα ίδια ξανά και ξανά

Καληνύχτα μαλάκα
η ζωή σου είχε πλάκα

Άρρωστος στη σάρκα, σάπιος στη ψυχή
βαδίζω, νύχτα τώρα, ξανα προς την αυγή
Πέντε σε ένα αξίζει η προσφορά
τίποτα μη δίνεις μόνο παίρνε δανεικά

Ποια η αγωγή, το πρόβλημα κι η θλίψη
αύριο ξανά πλαγιάζω σε ψεύτικη αγκαλιά
με χαμόγελο ξυπνά η κόρη του χαζού
και γίνεται ερωμένη στα μάτια αλλουνού

Καληνύχτα μαλάκα
η ζωή σου είχε πλάκα

Επόμενε, όσο τυχερός κι αν νοιώθεις
προηγούμενε όσο απελπισμένος κι αν είσαι
γνώριζε πως αυτή για λίγο χαίρεται (μα για πάντα πενθεί)
καθώς κανείς δεν θέλει να της μιλήσει
ψάχνει μονο για γαμίσι

Καληνύχτα μαλάκες, νύχτα ήρθε
και νοιώθετε πως μπλέξατε. Θυμιθείτε
τη ζωή από μέσα σας αφήστε τη να αρμέξει
πάντα τρέφεται με αίμα αλλουνού ο σάπιος
γιατί ο σάπιος ψυχή δεν έχει και φαίνεται στα μάτια του
στο κενό και αγέλαστο βλέμα
στο παγερό και αδιάφορο χαμόγελο
στο ρηχό και ανούσιο τρόπο σκεψης
στις ψεύτικες και κάλπικες φιλοδοξίες του
στο ότι φοβάται την αλήθεια
στο ότι ζεί μέσα στο ψέμα
στο τρόπο που αγαπάει και μισεί
κυρίως και πάντα τον εαυτό του

Tuesday, January 29, 2008

Η υπεροψία των Ηλιθίων

Βήμα ταχύ και υπερήφανο
βλέμμα σκληρό και απότομο
στάχτες στα βλέφαρά τους
θολή, τυφλή η σκέψη τους
αδύνατο να εστιάσεις, να συγκεντρωθείς
υγρή η σκέψη και αυτή τώρα πάγωσε
οι ηλίθιοι πάντοτε αποφασίζουν για τους έξυπνους
οι νεκροί για τους ζωντανούς
οι ανίκανοι για τους ικανούς
το "πλήν" για το "σύν"
το αρνητικό συναίσθημα για το θετικό
όλα θυσιάζονται στο βωμό της αρνητικότητας
για αυτό βαραίνουμε και υποκρινόμαστε
τους αγιάτρευτα ευτυχισμένους

Monday, January 28, 2008

Νύχτα

Περίεργες υπάρξεις, αυτές που δεν μας ταιρίαζουν
Περίεργες οπτασίες, αυτές που θέλουν το κακό μας
Περίεργες εικόνες, αυτές που τραβάνε το βλέμμα μας

Όσο αυτές κι αν μας διώχνουν
εμείς σαν ορφανά παιδιά τις κυνηγάμε
αντλούμε υπομονή από τις ορέξεις τους
δημιουργούμε ψεύτικες ιδέες και ελπίδες
κι όλα αυτά για να συγχωρούμε λάθη
που ξέραμε από πριν πως θα γίνουν
γιατί όμως πάντα εν γνώση μας προχωρούμε;

Κι όταν η υπομονή εξαντληθεί
και η κοροϊδία φτάσει στο απροχώρητο
και δεν χωράει άλλη συγχώρεση
και η οργή για τον εαυτό μας
που κάναμε ξανά και ξανά το ίδιο λάθος
ξεπεράσει το απροσδόκητο, το αυτονόητο
τι κάνουμε;

Όταν ο εγωισμός τους προβάλει τα πιστεύω τους
τα δικαιώματά τους, τα ψεύτικα συναισθήματά τους
το ψέμμα τους που το κρύβουν;
Πως μπορούν;
Που το καταχωνιάζουν και δεν το θυμούνται;
Πως γίνεται να μην τους καίει σαν πυρινο θηρίο;
Δεν αξίζει τίποτα άλλο εκτός από αυτό που θέλουν
και εμείς τα καταπίνουμε
όπως καταπίνει το σπέρμα του πελάτη η πόρνη
περιμένοντας μετά την πληρωμή, για να ταϊσει το παιδί της
χωρίς να δίνει σημασία στις κακεντρεχείς ορέξεις του ανώμαλου γαμιά της

Ποιό το νόημα της συγχώρεσης όταν η συγνώμη είναι καινή;
Ποιό το νόημα της εμπιστοσύνης όταν οι απαντήσεις είναι πάντα αόριστες;
Ποιό το νόημα μιας καλής κουβέντας, όταν η απάντηση είναι κρύα;

Είμαστε περίεργα όντα.
Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και πεθαίνουμε πάντα μόνοι
μα πάντα φοβόμαστε την μοναξιά αυτή, σαν το καρκίνο
ενώ ο θάνατος και η ζωή παραμονεύουν πάντα στο επόμενο σταυροδρόμι;
Καμία σχέση!

Μόνοι μας πάντα μεγαλουργούμε
Μόνοι μας πάντα περνάμε τα όποια εμπόδια
Μόνοι μας πάντοτε μαθαίνουμε να ξεχνούμε
να συγχωρούμε, να μισούμε, να αγαπάμε
να Νοιώθουμε


Και να, η πανέμορφη νύχτα με καλεί
κοιτάω τα άστρα και είμαι σίγουρος
τα ψέματα που κατάπια για άλλη μια φορά
ήταν η υπογραφή, το βουλοκέρι της αλλαγής
της ίδιας μονότονης αλλαγής

"Έλα ξένε, έλα στην υπέροχη αγκαλιά μου
κοίτα βαθιά μέσα στην ανεξερεύνητη ματιά μου
μην περιμένεις βέβαια αγάπη και κατανόηση
αλλά εγώ δε θα σου πώ ποτέ ψέματα
ποτέ δε θα σ'αλλάξω, ποτέ δε θα σε κεραυνοβολήσω
δεν κρυβω εγωισμό, είμαι πουτάνα, και ξέρεις τι θέλω από εσένα
άσε τις άλλες που σου τάζουν τον ουρανο με τα άστρα
ξέρεις πολύ καλά πως σε μένα τη Νυχτα ανήκουνε"

Εμβρόντητος κοιτώ τρυγύρω μου.
Ποια φωνή ήταν αυτή;
Της Νύχτας η κατάμαυρη Ψυχή.
Αλήθεια. Η Αλήθεια!
Να τη αποζητώ, να για τι διψώ!
Κουράστηκα τους ψεύτικους ανθρώπους
Κουράστηκα να τους συγχωρώ
Άλλοι έρχονται σαν φίλοι έτοιμοι πάντα όμως να σε προδώσουν
Άλλες έρχονται προσφέροντας δώρα αγάπης και ομορφιάς
ξερνώντας σαν μυασματικές τον πράσινο εμετό της ζήλιας τους ή του εγωισμού τους
και κάποιοι άλλοι, έρχονται σαν δαίμονες τους πολεμάς
και όταν τους σκοτώσεις και νοιώσεις νικητής
βλέπεις πως ήταν άγγελοι...


Ω Νύχτα, αγκάλιασέ με απόψε
διώξε το κρύο που μου 'στειλες
το όπλο που κρατώ τι τό 'χω;
Ω Νύχτα με τα μύρια άστρα σου
σύ η μόνη αληθινή ερωμένη
και εσύ Σκοτάδι, εσύ
ο μόνος πραγματικός μου φίλος

Αυτόκλητος Ποιητής

Το ακροατήριο ανυπόμονο περίμενε τις επόμενες λέξεις του ποιητή
Αυτός, κατακλυσμένος από ένα αίσθημα αηδίας
για τα όντα της εποχής του βροντοφώναξε

"Η μυρωδιά του χώρου είναι αποπνικτική
κάτι δεν πάει και τόσο καλά, κάτι πάει λάθος
κάποιος ανάμεσά μας βρίσκεται εδώ για να χλευάσει
κάποιος ανάμεσά μας βρίσκεται εδώ για να γελάσει
Η μήτρα της μάνας τους όμως είναι αυτή
που τους κληρονόμησε τη μπόχα"

Το ακροατήριο, σαν ανυπότακτο και ατίθασο θηρίο
βρυχήθηκε με όλη του τη δύναμη
Λίγοι είχαν την όρεξη του μεθυσμένου άυτόκλητου ποιητή

Αυτός όμως συνέχισε

"Ο Ποιητής είναι νεκρός
ο κόσμος όλος το ξέρει και του το κρύβει
ακόμα και οι κόρες σας νομίζουν πως είναι άγιες
μα νόθες είναι οι μάνες σας, και μπάσταρδοι οι πατέρες σας
όπως νόθες είναι και οι σκέψεις σας και μπάσταρδες οι ψυχές σας
ο εγωισμός σας είν' η μόνη σας φροντίδα,
ο εαυτός σας η μόνη σας ανάγκη
αγάπη ψάχνετε στα ξένα μάτια
μα τα δικά σας μάτια διαλέγουνε τι βλέπουν
ψάχνετε για κάτι νέο, κάτι καινούργιο,
κάτι που θα έρθει και θα σας συγκλονίσει
μα όταν έρχεται φοβάστε, το αποφεύγετε
και το μισείτε και στο τέλος το απορρίπτετε
ποιοι και ποιές νομίζετε πως είστε;
μπάσταρδα παιδιά μπαστάρδων,
νόθοι γόνοι ηλιθίων

Ο Ποιητής είναι νεκρός
κοιτάξτε το κεφάλι του που βλέπει.
Ψηλά κοιτά, με απόγνωση για τούτο το παρόν
που θάνατος τον τρυγυρνά σε κάθε σκέψη και κάθε βήμα
ακόμα και η αγάπη προάγγελος θανάτου είναι
ακόμα και η φιλία προθάλαμος προδοσίας
ακόμα και η κοινωνία δημιουργός της δυσωδοίας
το αιδίο σας κυβερνά, το πέος σας εμπνέει
κι όχι η καρδια και το μυαλό

Κοιτά ψηλά η κεφαλή του, άψυχη κι ακίνητη
ψηλά στα μύρια αστέρια του νυχτερινού ουρανού
και μόνο μία σκέψη κυριαρχεί στα άδυτα του νού του
"Κι αν τ'αστέρια δεν είναι κοσμικές άψυχες πέτρες;
Κι αν είναι ανθρώπινες ψυχές;
Κάθε άστρο και μια ψυχή που τρεμοσβήνει αγχωτικά;
Κι αν τα αστέρια είν' τα μάτια του Θεού που παρατηρούν τα πάντα
σαν τις κρυφές κάμερες στις εθνικές οδούς και τις πλατείες;"

Το ακροατήριο χαμένο στη μετάφραση των λέξεων
αναρωτήθηκε αρχικα μα ύστερα αναπαύθηκε στη σκέψη
πως για άλλη μια φορά ο αυτόκλητος ποιητής λέει ασυναρτησίες
αυτή τη φορά δεν κρατήθηκαν και όρμησαν κατα ομάδες
άλλοι κλώτσαγαν, άλλοι δάγκωναν,
άλλοι ξέσκιζαν τις σάρκες της ψυχής του

Και καθώς η ψυχή του αυτόκλητου Ποιητή
άφηνε το σώμα του με φωνή δυνατή ούρλιαξε

"Ο Ποιητής νεκρός
μάνα νά 'τος, ο δικός σου γιός!
γεννήθηκε στο φώς!
αγάπησε το φώς!
μα τώρα να, κείτεται νεκρός
μόνος και νεκρός..."

Thursday, January 24, 2008

Ο άνθρωπός σου

.Πρόλογος.
Πες μου μια καλή κουβέντα..
Κάτι, ξέρω 'γω, πιο όμορφο
κι ας είναι κοινότυπο
κι ας έχει ειπωθεί χίλιες φορές
στείλε ένα φιλί στα σύννεφα
ή ένα απλό χαμόγελο
άσε υπόνοια, πνοή χαδιού,
φύσιμα αγκαλιάς...

.Εισαγωγή.
Μην ρίχνεις τον άνθρωπό σου στη μιζέρια
μην τον αφήνεις να νοιώθει μόνος
γιατί είναι εκεί που είναι μόνο για σένα
για σένα νοιώθει τη χαρά
για σένα στεναχωριέται
κι απ' τις πράξεις σας, κυρία μου,
θυμώνει ή χαίρεται

.Ενδιαφέρον.
Μην ακυρώνεις αυτά που παίρνεις
είναι δείγματα ενδιαφέροντος
Μην διστάζεις να μοιραστείς τις σκέψεις σου, να ανοιχθείς
να πείς δυο λέξεις κλασσικές μα ειλικρινείς
υπέθεσε πως ο άλλος νοιώθει ευάλωτος, μικρός
και σ'έχει ανάγκη μόνο για 'κείνη τη μια στιγμή
μπες στη θέση του, στη σκέψη του και νιώσε
πως κι αυτός μπορεί να νοιώθει

.Εγωισμός.
Κι αν κάτι τον πειράζει πραγματικά
θυσίασέ το, όπως κι εκείνος κάνει
γιατί ο εγωισμός όταν μετράει περισσότερο
τότε αυτός που αγαπάς, φιλάς και αγκαλιάζεις
είναι απλά και μόνο ο εαυτός σου

.Συμπαράσταση.
Μην πληγώνεις τον άνθρωπό σου
ότι γράφει για σένα το γράφει
ότι μισεί το μίσησε επειδή σε έβλαψε
ίσως έτσι αυτός συμπαραστέκεται
ενώ εσύ απομονώνεσαι
γιατί η ζωή του διαλύεται
ενώ εσένα φτιάχνεται

.Ελεημοσύνη.
Μην τον αφήνεις να αποζητά τη θέρμη
όπως ο ζητιάνος τη σκεπή
όπως ο πεινασμένος τη τροφή
γιατί τότε πληγώνεται και πικραίνεται
καθώς ότι δίνεις είναι σαν να το δίνεις από οίκτο

.Επικοινωνία.
Αν δίνεις σημασία σε πράγματα μικρά
κι αυτός ποτέ δεν το καταλαβαίνει
πες το με τρόπο, εξήγησε, δείξε υπομονή
ζήτα και θα πάρεις, γιατί είναι ο άνθρωπός σου
λόγο δεν έχει να αρνηθει, ένα "ναι" κι αυτός να πεί

.Επίλογος.
Είναι πάντα αυτός
που θα πεί μια καλή κουβέντα
που δεν θα σε ρίξει στη μιζέρια
που δεν ξέχνά αυτά που παίρνει από εσένα
που θυσιάζει δίχως σκέψη εγωισμό και ευχαρίστηση
που ποτέ δε σε πληγώνει με πρόθεση
[ποτέ δε σε πικραίνει]
που δίνει αξία σε ότι έχει σε σένα σημασία
γιατί αυτός έτσι νοιώθει
νοιώθει όπως πάντα ένιωθε
ακόμα και όταν δεν επιστρέφεται ο χαρακτηρισμός
...ο άνθρωπός σου...

Sunday, September 30, 2007

Αντιδράσεις

Καταράχτης και φωτιά
η ζωη δε παει μπροστα
αν μεινεις πισω στα παλια
αν δε κάνεις μια βουτιά

~

Ανδρες Πορτοφόλια
Γυναίκες Άδειες
όλοι μυρίζουν ουίσκι
θαμπές έννοιες σε ένα φωτεινό χρεος

~

Για αγάπη και συγχώρεση μιλούν
θρησκείες, πολιτισμοί, κουλτούρες
δείγματα μισαλοδοξίας και αρρώστιας
σύγχρονες απειλές εξ ανατολών

~

Τι κι αν ποιητές δεχόντουσαν, σαν υπέρβαση
να κυβερνήσουν τις μοίρες των παιδιών σας;
Τι κι αν φιλόσοφοι γινόντουσαν, με υποχρέωση
θρησκευτικοί ηγέτες οδηγοί των νεώτερων ψυχών;
Μήπως αλήθεια κι ο υιός τ' ανθρώπου δέχθηκε να γίνει αμνός
για να δεχθούν κι αυτοί με τη σειρά τους;

~

Η κηδεμονία των ασυγχώρητων μεταναστών
είναι χρέος τάχα όλων μας, σαν κι εμείς δεν έχουμ' έγνοιες
σαν κι εμείς δεν παλέψαμε μονάχοι χωρίς κηδεμονία

~

Τεμπελιά και συγχώρεση
αγάπη και παραφροσύνη
ελάτε φίλοι και χαρείτε
ελάτε φίλοι και αφεθείτε

Sunday, July 22, 2007

Κύκνειο Άσμα

Μαύρα σύννεφα κι αν απλωθούν
μη λυπηθείς, καρδιά μου
γιατί ο κόσμος που επέλεξαν να ζούν
είναι πικρός, χαρά μου

Κι αν ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος φόβο
αυτός που φταίει πάντα είναι ο γονιός
που σ'αναγκάζει να ζείς μες το δικό του τρόμο

Μ' άσπρα σπουργίτια που πετούν
πέτα μαζί, καρδιά μου
γιατί η ζωή που αυτοί για σένα ζούν
είναι μικρή, χαρά μου

Κι αν ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος τρόμο
αυτός που φταίει πάντα είναι ο γονιός
που σ'αναγκάζει να ακολουθείς τον δικό τους δρόμο

Στα σύννεφά ψηλά
κρύψου καλά, καρδιά μου
γιατί αυτοί μεθούν και χαίρονται
μόν' απ' τα δάκρυά μου
γιατί αυτοί μεθούν και χαίρονται
που άψυχη είσαι πια καρδιά μου

Thursday, June 14, 2007

Ανθρώπινες Σχέσεις

Σε ψεύτικες αγκαλιές ξαπλώνω
για να σκεπάσω το φόβο της αλήθειας
μια απόγνωση με γεύση μοναξιάς, καθώς
μονάχοι μας γεννιόμαστε και πεθαίνουμε

Κι ο φόβος παραμένει
πολλά κλειδιά μα λίγες οι πόρτες
πολλές οι λέξεις και τα λόγια
μα κανείς για να τα ακούσει

Ψεύτικες, ξερές αγκαλιές
και άνοστα, άγευστα φιλιά
να κρύβονται οι ενοχές μας
οι φόβοι και η ανασφάλειά μας

Χώρο και χρόνο να ζητάς ή να προσφέρεις
μα κανείς πρόθυμος να σταθεί προσφέροντας τα ίδια

Ξένε πλησίασε,
έχω ιστορίες πολλές να σου διηγηθώ
αστείες, δραματικές και με απίστευτη πλοκή
μαγεύω όταν μιλάω, σκλαβώνω όταν ακούω

Έλα, ξένη επισκέπτρια, και εσύ, πλησίασε
κάτσε και εσύ κι ύστερα φύγε
να ξεχάσω για μια στιγμή
την ατελείωτη μοναξιά
στη ψεύτικη αγκαλιά σου
κάτσε και εσύ και φύγε

Μία και εσύ απ’ τις πολλές
ένας κι εγώ απ’ τους αμέτρητους
τι σημασία έχει;

Tuesday, June 05, 2007

Άστρο

Στα μονοπάτια των αιώνιων δευτερολέπτων
μακρινά, αργά, ρηχές οι στιγμές
ένα ρολόι και εμείς δείκτες που κυνηγούμε
ο ένας τον άλλον προσφέροντας ψέμματα και υποκρισία

Παραπατώντας, μεθυσμένοι
ανεβαινουμε στη σκηνή της ζωής
φορώντας μάσκες, χίλιες-δυο
προσδοκώντας να εντυπωσιάσουμε

Ένα άστρο, ένας κομήτης
έκαψε το σπίτι μου
μάτια που πετούν φωτιές
ακόρεστο πάθος για επαφή
δίψα για κάτι αληθινό
και μια φράση στο μυαλό
"Δε καταλαβαίνουν"

Και η ζωή πολιορκείται από το θάνατο
όσες στρατιές κι αν έχω μόνος του έρχεται
και με ένα απαλό άγγιγμα
πέφουν τείχη, πόλεις, ζωές στα χέρια του

Μέσα σε λίγες στιγμές
δες να! πως φτιάχνεται και καταρρέει
ολος ο κόσμος

Δυο αιώνες μόνοι
Τι να τους κάνω τους κομήτες
τους θεούς, τους θρόνους όταν λείπεις;

Αόρατος θαρρώ πως είμαι
όταν γυρνάω τις νύχτες μες το κόσμο
παρατηρώντας τις χαρές, τις λύπες τους
και σκέφτομαι με λέξεις, νότες, χρώματα
προσπαθώντας μάταια να εξηγήσω το γιατί

Οι νύχτες, οι τοίχοι, τα δευτερόλεπτα
με στενεύουν
με σφίγγουν
με πνίγουν

Τόσες απουσίες, τόσοι απώντες
τόσες απώλειες, τέτοια απομάκρυνση
"Είμαι Τέλειος, γνωρίζω τα Πάντα"

Όλα είναι ένα, και αυτό είναι το συναίσθημα
αυτό μας δένει, μας διώχνει
αυτό λιώνει τα μάτια μας σε δάκρυα
αυτό πυκνώνει τη χαρά μας σε αστραφτερά χαμόγελα

Θυσίασα τα πάντα για τη Δύναμη
και έμεινα μόνος με ανθρώπους ανίδεους
Θυσίασα τα πάντα για τη Δύναμη
και έφερα πόνο σε όσους βρισκότανε κοντά μου

Φυγέτε όλοι, σαν της Δύναμης το φώς σε λούσει
φλέγεσαι σαν πυρσός μες το σκοτάδι
έτοιμος να δώσεις φώς, να ποτίσεις αλήθεια
μα όσοι πλησιάζουν καίγονται, πεθαίνουν
σαν τις σκνίπες που μαζεύονται γύρω απ' τη λυχνία
αποχαυνωμένες απ' το φώς, έλκονται και καίγονται

"Τόσοι ήχοι
πως χωρούν
στην ακατέργαστη καρδιά σου;"

Χίλιες αναπνοές, γίνονται σταγόνες
μονοπάτια που οδηγούν σε υποσχέσεις
υποσχέσεις που να κρατήσουν δε μπορούν
αδάμαστος κι εγώ παρατηρώ
και κρύβομαι στη σκιά της νύχτας
καθώς τα βήματά μου με οδηγούν
στην επόμενη ανθρώπινη ιστορία
έτοιμος να καταγράψω, να καταχωρήσω
την ουσία πίσω από τις λέξεις
κι ας γνωρίζω πως για πάντα έχασα
τον αληθινό σκοπό μου

Monday, May 28, 2007

Γιατί;

(Βλέπουμε αυτό που μας δείχνουν και όχι αυτό που νομίζουμε)
Γιατί, γιατί, γιατί
ακούμε και συμβουλευόμαστε τους άλλους;
ενώ κλείνουμε τα αυτιά στη φωνή της συνείδησης;

(Ο θαυμασμός των άλλων δεν είναι εξασφάλιση)
Γιατί, γιατί, γιατί
ο λόγος και η ιδέα τον άλλων μετράνε περισσότερο
από το τι, που και με ποιόν νοιώθουμε καλύτερα;


(Το ψέμα δεν είναι ο μονος τρόπος να δικαιολογείσαι)
Γιατί, γιατί, γιατί
το ψέμα πάντοτε φαντάζει να 'ναι η αλήθεια
ενώ η ίδια η ζωή το θεωρεί καρκίνωμα;


(Το να νοιώθεις δεν είναι μόνο να αγγίζεις)
Γιατί, γιατί, γιατί
βαδίζουμε σαν τυφλοί ψηλαφίζοντας απαλά το κόσμο
ενώ έχουμε μάτια στη καρδιά και στο κεφάλι;

Μάντεψε

Στο σκοτάδι βρίσκει καταφύγιο η άγρια ψυχή μου
μακριά απ' τα βλέμματα των παρείσακτων
συνεχίζω τη προσωπική μου πάλη χωρίς μέλλον
καθώς γυρνώ και κοιτώ κατάματα το τέρας.

Μόνος περπατώ στο σκιερό μονοπάτι των ψυχών τους
βαδίζοντας με σιγουριά στον όλεθρο, ενώ αυτοί
όσα τα μάτια μου έχουν δεί ποτέ τους δε φαντάστηκαν
πως υπήρξαν κρυμμένα μέσα μας και παλεύουν για να βγούν

Κραδαίνω αιθέρια ρομφαία και η μορφή μου φέρνει εφιάλτες
τρέμουν στο άκουσμα του πανάρχαιου ονόματός μου
και η μάσκα που φορώ φέρει θαμπά τα αρχικά του οίκου μου
στο πνεύμα, στη καρδιά και στο μυαλό σκοτάδι κρύβει τη ζωή μου

Το τέρας θρέφεται με μίσος, υπόνοια θανατου
και δύσκολα οι λέοντες κρατούν τα τοίχη της ζωής μου
κι αυτό που γι' άλλους εφιάλτης δείχνει, να κοίταξε
για μένα είναι δράση ζωής και ελευθερίας

Για αυτούς πολεμώ και αναπνέω
Για αυτούς ιδρύω θεούς και δαίμονες
Άρχων του χρόνου, της φωνής του σύμπαντος
ψιθυρίζω στα όνειρά τους τις χαρές τους

Ακόμα και αν πάντοτε αυτό που πίσω παίρνω
είναι ψέμα και απάτη και υποκρισία και φθόνος
φοβούμαι πια το ψέμα που κρύβουνε στα μάτια τους
αποφεύγω το βλέμμα τους, αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι θέλουν

Ποιός ο λόγος άλλωστε;
Μόνος θα δώσω τη μάχη με τα αδέρφια μου τους λέοντες
και χαίρομαι για τη κατάληξη που έρχεται
όπως όλοι οι προφήτες ανεπιθύμητος και απροειδοποίητος κι εγώ
μα πάντοτε κοιτώντας το τέρας που τρώει τις ψυχές τους κατάματα

Κι αν τους δίνω ροδοπέταλα και αυτοί με μίσος τα τσακίζουν
είναι απόδειξη πως πια ο κόσμος φτάνει στην Αρχή του
γιατί τίποτε πια δεν έχει αξία, ούτε ο νούς ουτ' η καρδία τους
γνωρίζουν να δίνουν σημασία στην ίδια της ζωή και τις χαρές της

Τα μάτια μου σκοτείνιασαν και γέμισαν φωτιά
λησμονιά γεμίζει την άλλοτε πλήρη σκέψη μου
και τρίζοντας τα δόντια ανοίγω τα φτερά μου
καθώς στα όνειρά τους με καλούν να διώξω εφιάλτες

Κι εγώ απαντώ και ανταπαντώ
κι ας ψεύδονται κι ας βρίζουν
στα όνειρά τους κρύβω φως
κι ας ελέγχω το σκοτάδι...

Thursday, May 17, 2007

Θέατρο

Ξέρεις
κάθε στιγμή είναι μοναδική
δεν επιστρέφει
δε τη ξαναζείς
Η ζωή είναι μία
και σ'αυτή
μόνο ένα τραγούδι προλαβαίνεις να γράψεις
Κρίμα να την περνάς μεσα στη θλίψη
μετανοιώνοντας για αυτά που δεν έκανες
για τους φόβους που δεν καταπολέμησες
για τις αγάπες που έδιωξες
για αυτούς που δε βοήθησες
για αυτούς που μίσησες ενώ σ'αγαπούσαν
τι κρίμα να ζείς τη ζωή πνιγμένος
στο φόβο
στη θλίψη
τις τύψεις
και
τις ενοχές
Γιατί όλοι φεύγουν και μένεις πάντα τελευταίος
στη σκηνή του θεάτρου της ζωής σου
πρωταγωνιστής και κομπάρσος
και τα δυό μαζί
Παρακαλώνατας για μια ακόμα ευκαιρία
να ζήσεις τα πάντα απ'την αρχή
κι ας ξέρεις
πως πάλι τα ίδια θα 'κανες

Sunday, April 22, 2007

Θλίψη

Απέραντη θάλασσα θλίψης
η νοσταλγία που κρύβει το χαμόγελο
Οι πληγές μου ξεχάσανε πως γειάνουν
και διατηρούν το μόνιμο, βάναυσο και άδικο πόνο
μια ραγισμένη καρδιά και ένας σπασμένος άνθρωπος
κρυστάλλινο λουλούδι σπάει και γίνεται μαχαίρι
καρφώνεται σαν άγκυρα στο βυθό της μελαγχολίας

Κρύψε με μέσα στο φώς σου
στη συνθήκη που υπογράφω
με μελάνι από αίμα
παγώνω το χρόνο για ένα βλέμμα

Σπρώχνω, τραβάω, παλεύω
το υγρό θαλάσσιο πνεύμα της λύπης
μα χάνω, γέρνω, πέφτω
ανίκανος, αδύναμος, κουρασμένος πια

(Επωδώς)

Που χαρά και που ηρεμία
που γαλήνη και ζεστασιά
που να γείρω ν'ακουμπήσω
που σταματά ο χτύπος της καρδιάς
και ποιόν απαλύνει η φλόγα της ανάσας
κι αν μάχομαι κι αν δεν υποχωρώ
Γιατί και για ποιόν να συνεχίζω;
Όσοι αξία πήρανε με πρόδωσαν
κοι οι έννοιες τη ηθικής πουλήθηκαν σε χρήμα
Και αυτή η προδοσία, καρδιά μου, σε χαράκωσε
και από εγωισμό και πίκρα δε ξεχνάς, δεν εμπιστεύεσαι ξανά
Που γαλήνη... πού ηρεμία...

Δως μου κάπου να σταθω
και θα κινήσω τη γη μας όλη
Η μάσκα που πάντοτε φορώ
καιεί το δέρμα μου σα βιτριόλι

Κι αν στο σκοτάδι τα μάτια λιώνουνε σε δάκρυα
κι αν τα χαμόγελα ραγίζουν και διπλώνουν
κι αν σκυφτό μένει το παράστημα και οργισμένο το βλέμα
κι αν αναστεναγμοί ακολουθούν τη κάθε ανάσα
καταφεύγω στο χειρότερο προσόν του ανθρώπου
τη κατάρα της ένδοξης φυλής μου

στην ελπίδα

Wednesday, April 04, 2007

Εκείνη τη στιγμή

Πατέρα χρόνε, δε γυρίζεις πίσω
δεν αφήνεις κανέναν να ξεχάσει
δεν δίνεις την ευκαιρία να ελπίζει
γύρισε τη ροή του χρόνου πίσω

πίσω σε εκείνη τη στιγμη

Νύχτες περνάω θυσιάζοντας το αίμα μου
προσφέροντας κομμάτια απ' τη ψυχή μου
σάρκα από τη σάρκα μου για την αρμονία
μα πάνω απ' όλα η αποστολή που διάλεξα

τότε, σε εκείνη τη στιγμή

Όταν οι λέξεις χάσανε το νόημά τους
και οι εικόνες και οι ήχοι χάθηκαν και έσβησαν
ήταν τότε που οι αισθήσεις προεκτείνονταν στο άπειρο
ήταν τότε που το φώς του πρώτου ήλιου χτύπησε τα μάτια μου

ήταν εκείνη η στιγμή...

Ήταν τότε που ο άνθρωπος έγινε θεός
και τώρα που ένας θεός έγινε τέρας
Μόνος σαν παιδί μόνος και σαν γέρος
μιλώντας σε μια γλώσσα άγνωστη στους άλλους.

λΗταν τότε, εκείνη τη στιγμή της ιερής γέννας..


( Γυναίκα στο μπαλκόνι αντί χορού: )
"Τα λόγια του όρκου που έδωσε
τότε με χαρά και υπερηφάνεια
τώρα βάρος ασήκωτο στους ώμους του
και η μάσκα που φορά ραγίζει

Ο ήρωας που γίνεται προδότης
ο πιστός φρουρός που εγκαταλείπεται
ο μεσσίας που σταυρώνεται
ο θεός που χάνει τους πιστούς του"

Saturday, March 24, 2007

Τέσσερις Τοίχοι

Τέσσερις τοίχοι και μια οθόνη
Η γυναίκα ξαπλώνει στο κρεβάτι
Τέσσερις τοίχοι και μια οθόνη
ανοίγει τη ψυχή της ανοίγοντας τα πόδια της
Τέσσερις τοίχοι και μια οθόνη
Προσφέρει τη σαπίλα της μάνας της στο κόσμο των ανδρών
Τέσσερις τοίχοι και μια οθόνη
τους προτιμώ από τη μούχλιασμένη της καρδιά

Απ' την αρχή...

Πόσες ιστορίες και μύθους έχω να σας πω,
πόσα ψέμματα και αλήθειες να κρύβω στο μυαλό
τις βρίσκω σαν κλείνω τα μάτια και φεύγω από δω
σε έναν κόσμο απίστευτο μακράν καλύτερο απ' αυτόν

Τότε αναρωτιέσαι...

Πόσες αγάπες έζησες μισώντας
πόσους ανθρώπους μίσησες γελώντας
πόσο πόνο ν'αντέξει αυτη η καρδιά
παιδί που ανδρώνεται μες τη μοναξια

Μα βλέπεις πως...

Εβάρυναν οι μέρες, μικρύναν και οι νύχτες
σκοτείνιασαν τα όνειρα με εφιάλτες κι αυταπάτες
γυμνός να τρέχω στα σκοτάδια με φλόγες στα μαλλιά
σπονδή να προσφέρω το αίμα μου σε θεούς απ' τα παλιά

Και από την άλλη...

Ανάσες πάθους στα χείλη της ντροπή και μες τα μάτια της
που ψέμα και πάλι ψέμα πρόσφεραν κι ας ζούνε στα χαμένα
σαν περιμένει τον προστάτη, τον ιππότη, το μεγάλο κυνηγό
μα στ'αλήθεια να ψάχνει μαμόθρεφτο μαλάκα με κομπόδεμα γερό

Και πέφτεις και κοιμάσαι...

Friday, March 23, 2007

Λέοντος Τέλος

Η στιγμή της αλήθειας έφτασε. Φανερώθηκαν σκιές στο φως, μίλησαν με ήχους ξένους αλλόκοτους. Οι εντολές του μεγάλου άρχοντα δεν έχουν πια ισχύ. Ο Λέοντας επιτέλους ξύρισε τη χαίτη του, υπέκυψε στο πείσμα των ανθρώπων. Η έλλειψη μεγαλοπρέπειας στη ζωή του, η έλλειψη ενός σκοπού κάτι έντονου ήταν πιο βαριά, πιο θλιβερή και από την μοναχική απομόνωσή του. Τι μπορεί να έχει σημασία σε ένα κόσμο όπου οι αρετές ενός ανθρώπου θεωρούνται κατάντια;

Οι φωνές των Αρχόντων απαιτούν παρατηρητικότητα:
Παρατήρησε τους ανθρώπους. Τι τους ενδιαφέρει σε αυτό το κόσμο;
Το πνεύμα; Ο νους; Η ύλη; Οι αξίες; Η ηθική; Η αγάπη; Ο Έρωτας; Το μίσος; Το σεξ; Η οικογένεια; Η πατρίδα; Πίστη σε θεό;

Οι λέξεις έχουν χάσει την αξία τους πλέον και δε σημαίνουν τίποτα. Όλοι ζούνε μόνοι τους, εγκλωβισμένοι σε ένα ψέμα και αυτοί που εκτείνουν το χέρι τους για βοήθεια γελοιοποιούνται, θεωρούνται ηλίθιοι και τους συμπεριφέροντε σαν χαζούς, υποτιμώντας τη νοημοσύνη τους.

Ναι, η καρδιά ενός Λέοντα δε ραγίζει, δε ματώνει, δε πληγώνεται. Αντέχει, υπομένει, κρατάει το χτύπο της δυνατό και σταθερό, είναι γεμάτη αγάπη για το κόσμο που κλήθηκε να προστατεύσει, είναι γεμάτη σεβασμό για το σύμπαν που κλήθηκε να καθοδηγήσει. Ποτέ δεν ξεχνά να δώσει χωρίς να ζητήσει, ποτέ δε ζητά βοήθεια, μα πάντα έτοιμος είναι να τη δώσει δίχως δεύτερη σκέψη, αυτός, ο αιώνιος Λέων, ο πατέρας, ο αδερφός, ο θεός, ο ήρωας, ο ερωμένος, ο μάρτυρας, ο φίλος.

Αλλά πόσο να αντέξει η θνητή καρδιά του;
Πόσο να αντέξει αυτή τη θλίψη και το πόνο που βαραίνει τη ψυχή του;
Τα νύχια του έσπασαν από τις συγκρούσεις, τα δόντια του ράγισαν από τις μάχες, το σώμα του γεμάτο πληγές, η προδοσία των φίλων, η απάτη, το ψέμα, η κοροϊδία. Δε δίνει σημασία σε αυτά. Οι πληγές της ψυχής του είναι πιο βαθιές και ανεπούλωτες. Είναι σαν μια πληγή, πού όποτε γιατρεύεται αμέσως κάποιος ξεσκίζει τη σάρκα, σκαλίζοντας ακόμα πιο βαθιά.

Δεν μπορεί πια να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Αναγκάστηκε να κόψει τη χαίτη του, όχι πια βασιλιάς, ούτε ήρωας, ούτε οδηγός, ούτε προστάτης, ούτε φρουρός. Καμία υποχρέωση. Κανένα συναίσθημα. Η μοναξιά του αυτή τη φορά είναι πλήρως δική του επιλογή. Δεν υπάρχει πίστη, δεν υπάρχει αναγνώριση. Δεν υπάρχει θέληση για τίποτε το αγνό, το όμορφο. Έτσι πιστεύει πως θα κατορθώσει να πολεμήσει το συναίσθημα απόγνωσης. Ίσως γινόμενος ένας από αυτούς τους κοινούς ικέτες και εκμεταλλευτές να γεμίσει το τεράστιο κενό μες τη ψυχή του.

Ίσως έτσι σταματήσουν οι τύψεις και οι ενοχές που αυτός ο πρώτος απ' τους Λέοντες, απέτυχε...

Saturday, February 17, 2007

Φίλησα το χέρι που μαχαίρωσε τα στήθη μου
καταράστηκα τον θεό που με έφερε στο κόσμο
μελαγχόλησα με την ιδέα της επερχόμενης αλλαγής
αγανάκτησα σκεπτόμενος την καθημερινή αδικία
αγάπησα το θάνατο που μας αναγκάζει να ζούμε τη ζωή
μίσησα τη ζωή που τελειώνει χωρίς να το καταλάβουμε
πόνεσα από το δηλητηριώδες φιλί που μου χάρισε προχθές
τα μπλε της μάτια κρύβουν υγρές πνοές θεών γεμάτα αγάπη
κάθε εμπόδιο για καλό και κάθε καλό, διάλλειμα στο επερχόμενο κακό

Sunday, February 04, 2007

Συμπλοκή

Κομμάτι της σοφίας σου Άρχοντα μου
η ζωή που οδηγώ και οι πράξεις μου
Το μόνο που έχει σημασία η αποστολή
σε αυτό το μονοπάτι που βαδίζω μόνος

Να ζητήσω βοήθεια δε μπορώ
κατάρες από αυτούς που αναζητώ
κρύβω αυτό που νοιώθω συνεχώς
περιμένοντας τη κατάλληλη στιγμη

Η μάσκα που μου χάρισες Άρχοντα αιώνιε
νόημα και διαφορά δεν έχει αν τη φορώ ή όχι
τη σημασία έχει πια το γέλιο ή η χαρα
μισο αιώνα προσφυγιάς στο αύριο φορτώθηκα

Η μελαγχολία των σοφών σαν κοιτούν τον ουρανό
στα μάτια λίγο μπλε, γαλάζιο, λίγο γκρι και μες το φως
και οταν η οργή ξεσπά μεσα στη σκέψη της νύχτας
αλλάζουν χρώμα μαύρο, καφέ και κόκκινο στο σκότος

Εμπρός λοιπόν καλώ αυτούς που ασχολούνται
τι θα γίνει αύριο σαν αλλάξει χρώμα ξανά το φώς;
Πες μου μικρέ μου ήλιε και εσύ κρυμμένο μου φεγγάρι
ποιά ζωή αξίζει πιότερο να ζει κανείς αναζητώντας;
Αυτή του πολεμιστή με το μυαλό στο σπαθί και το κοντάρι
ή αυτή του ποιητή με λόγια, λέξεις και της καρδιάς τα βάρη;

Sunday, January 28, 2007

Θνητοί, άνδρες και γυναίκες
ήρθα αυτή την ιερή στιγμή
για να σας πω για τους μύθους
αλλά για να ακούσετε τη φωνή μου
πρέπει να ξεχάσετε το γλυκό όνειρο που ζείτε

Είμαι ο κάτοχος της φλόγας και της ξηράς
ο φύλακας των επτά στρώσεων της Σοφίας
πρέπει να σπάσετε τη σφραγίδα για τα κλειδιά των ψυχών σας
το μόνο πράγμα που πραγματικα κατέχετε και σας ανήκει

Ταξιδιώτη

Ξύπνα...

Ταξιδιώτη από την Ανατολή
σοφέ και ήρεμε
ψυχρέ

προστάτη της ιερής φλόγας της ζωής
χάρισέ μας άλλη μια στιγμή
να ανταλλάξουμε δυο ματιές
με τα όρνια του θανάτου και του φόβου
προτού σπάσουμε για πάντα τα όριά μας

Η παρουσία σου σήμερα αυτή τη στιγμή
μαρτυρά κινδύνους και βάσανα
προσωποποιούν άσχημους οιωνούς

Ταξιδιώτη από τη Δύση
σοφέ και ήρεμε
ξύπνα και αναστέναξε μαζί μου
το αύριο είναι πολύ μακρυα για να το ζήσουμε
Δοξάζοντας τους αρχαίους προγόνους μας
δημιουργήσαμε ένα κράμα ηθικής και καθωσπρεπισμού
αυτό που περίσεψε το πουλήσαμε για τουρισμο
ξεχνώντας να ανοίξουμε τα μάτια, να σεβαστούμε
όπως η αλεπού σέβεται τον λύκο

Ξυπόλητη

Τι θα κάνεις με τα όνειρα που σε κατατρέχουν;
Πώς αντέχεις να χάνεις έτσι τη νιότη σου;
Από όλους αυτούς
Ποιος, όταν σε κοιτά στα μάτια, σιωπά;
Ποιος σε θεωρεί ανέγγιχτη θεά;
Και η λέξη που δραπέτευσε απ’ το στόμα τους
Πηγάζει από αγάπη ή υπερηφάνεια;
Ότι όμως κι αν κάνουν
Βίαιο, προσβλητικό, ανώριμο
Θα μείνεις μαζί τους
Περπατώντας το ακάθαρτο μονοπάτι της ζωής
Ξυπόλητη…

Saturday, January 27, 2007

Δεν βλέπουμε το μίσος, την αηδία, την απώθηση
οι ανθρωποι νοιώθουν άδειοι μερικές φορές
αλλά πρέπει να ξεσπάσουν κάπου
και πάντα ξεσπούν πάνω στον Αμνό

Όλοι τους έχουν αρκετά στους ώμους τους
γιατί να προσθέσω κι άλλα στους δικούς σας
έστω και για λιγο

Χάσου
άσε με ήσυχο

Ο Πόνος δεν μετράται με αριθμούς
αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι αγάπη
έστω και αν αυτή είναι ένα διάλλειμα για λίγες μέρες
Το αίμα βράζει στον ήχο του κεραυνού
Στο μυαλό οπτασίες και οράματα της Δύναμης
Το σώμα λιώνει στη σκέψη της εκδίκησης
Η τέλεια στιγμή να τραβηχθεί το ξίφος
Γιόρτασε την πρόθυμη αυγή
συμβολίζει το φαινόμενο της ζωής

Μια κρυστάλινη καρδια κι αν σπάσει σε κομμάτια
ξανά εκεί που χτύπισε για πρώτη φορά γυρνάει
συγκεντρωμένη, ελεύθερη από χώρο και χρόνο
μια κατάσταση χαόδεις μακριά από συναισθηματισμούς

Μισό λεπτό...

Τι είναι αυτό;

Παρέλαση Αετών

Άνοιξε τα χέρια σου
απλωσέ τα σαν φτερά
κοίτα ψηλά στον ουρανό
ψυθίρισε "Ελευθερία"
και πέτα, πέτα γιέ μου πέτα!

Ελεύθερος για πάντα...

Εις το όνομα

Εις το όνομα του αγνού, του νόμιμου και της θρησκείας
προτάσσω τον εαυτόν μου εις αυτοκτονίαν
δια να αποδείξω την ταύτη άμνηστη ενοχήν μου

Εις το όνομα του μίσους, της ζηλοφθονίας και της φιλοδοξίας
προτάσσω τούτο το σαθρό γήινο σώμα είς νέαν γέννεσιν
δια να αποδείξω στου αμφισβιτείες την ταύτην θεϊκή καταγωγήν μου

Ευλογημένο γένος των ανθρώπων
καταραμένο γένος των υιών του θεού

Wednesday, January 24, 2007

Εις ανάμνησιν

Πώς μπορείς να ρυθμίζεις τη καρδια σου σα ρολόι
να μη συγκινείται, να μην αγγίζεται από συναίσθημα
Πώς μπορείς να ελέγχεις ψύχραιμα την αρχή και το τέλος κάθε ανάσας
μιλώντας σε άγνωστες γλώσσες ακούγοντας νου και και όχι ψυχή;
Πώς μπορείς να εγκλωβίζεις τη ζωή σου μεταξύ σωστού και λάθους
χωρίς να αναγνωρίζεις την αξία του ρίσκου και της περιπέτειας;

Παρακολούθησε την πως κοιτάζει κλεφτά το περιβάλλον γύρω της
προκαλώντας την αμέριστη προσοχή των παρεβισκόμενων
χωρίς να το καταλάβει καλλιεργεί μια μοιραία εικόνα
όμως το μόνο που την νοιάζει είναι τι θα πούν και τι θα σχολιάσουν
και το ψέμα και η κοροϊδία που αναγκάζεται να προωθήσει
δεν την ενοχλεί αρκεί να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων της

Πως μπορεί να ρυθμίζει τη καρδιά της σαν ρολόι
περιμένοντάς τη να χτυπά πάντα ρυθμικά, μονότονα
Να σε καλεί να κάνεις ολόκληρο ταξίδι για να τη δείς
και αυτή να συναντιέται με άλλους και να σου λέει ψέματα

Και εγώ;
Πώς μπορεί να πήρα μια τόσο λανθασμένη εντύπωση;
Πώς γίνεται να βγήκε τόσο σκάρτη, τόσο ψέυτικη
τόσο απρόβλεπτα συνηθισμένη και ρηχή...
Κρίμα... χάσιμο χρόνου
ότι γυαλίζει ποτέ δεν είναι χρυσός...

Friday, January 12, 2007

Ήρωες της Ζωής

Που είναι οι ήρωες;
Τι απέγιναν οι διαφορετικές στιγμές
που δίνουν γεύση στη ζωή;
Πού είναι η περιπέτεια που μας υποσχέθηκαν
πριν εγκλωβιστούμε σαν κατοικίδια στον οίκο της ζωής;
Που είναι ο συναισθηματισμός
ο κίνδυνος
η πλάκα και τα αστεία
ο φόβος για τη ζωή
το πάθος για το αύριο
η αγωνία για το άγνωστο;
Τι συμβαίνει πια στο κόσμο μας;
Απρόσωποι, ανίκανοι, αχάριστοι
και πάνω από όλα μονότονοι όλοι μας;
Τέσσερις τοίχοι και μια καγκελόπορτα
οριοθετούν το προσωπικό μας χώρο.
Και αυτοί που ξεφεύγουν και προσπαθούν
να βγούν από το αναίσθητο χάσμα και να ζήσουν
θεωρούνται τρελοί, ανόητοι, μαστουρωμένοι
Περιμένουν όλοι έναν μεσσία να τους δείξει τη ζωή
Έναν προσωπικό σωτήρα που θα μας ανοίξει τη πόρτα
θα μας τα δώσει όλα έτοιμα, χωρίς να ζητήσει ευχαριστώ
και μετά θα τον σταυρώσουμε με την αχαριστία μας
και θα γλεντήσουμε τη καταδίκη του με κουτσομπολιό
και χαιρεκακία γιατί τάχα τόλμησε κάποιος να συμπεριφερθεί
σαν ζωντανό ών με βούληση και αγάπη
και όχι σαν ένας από εμάς.
Ένα μηδαμηνό, άψυχο, αχάριστο και απρόσωπο ον.

Κλείνομαι στον εαυτό μου και με ακούω να ψυθιρίζω
να φωνάζω και να ουρλιάζω γιατί το βάρος που έχω στις πλάτες μου
είναι απίστευτα μεγάλο και κάθε αδικία που συμβαίνει με βαραίνει κι άλλο
γονατίζω από τη πίεση και κόκκινος από θυμό
καταριέμαι το πληγωμένο μου εγωισμό
"Εδώ που γεννηθήκαμε οι ενήλικές
τρέφονται με τις σάρκες των παιδιών τους
και μεθάνε πίνοντας τα όνειρα τους
Εδώ που καταλήξαμε νοιώθουμε μόνοι
δίχως αύριο, δίχως ελπίδα
δίχως φώς στη ζωή μας.
Εδώ που γεννηθήκαμε προχωρούμε
γινόμαστε σαν τους γονείς μας
και πεθαίνουμε υπερήφανοι
για δυο τρείς ανούσιες μαλακίες που πετύχαμε
ενώ κανείς δαν θα μας θυμάται αύριο
ενώ δεν αφήσαμε τίποτε σημαντικό πίσω μας.
Γιατί θέλαμε να γίνουμε ήρωες της ζωής
και καταλήξαμε ερωτευμένοι με το θάνατο"

Thursday, January 11, 2007

Αδικία στο κόσμο μας

Ο ήλιος δεν έχει πια την ίδια λάμψη
και τα αστέρια πια δεν τρεμοπαίζουν
όχι γιατί είμαι πάλι εγώ και ο εαυτός μου
όχι επειδή με πρόδωσαν, με σταύρωσαν, με σκότωσαν
μα γιατί επιβεβαίωσαν τους φόβους μου
γιατί επιβεβαιωσαν τις υποψίες μου.

Σε σκληρό κόσμο και άκαρδες και άδικες εποχές
μας έτυχε να ζούμε, γενναίοι μου λέοντες
μας έλαχε να έρθουμε σε ένα κόσμο
χωρίς συναίσθημα, χωρίς ειλικρίνεια
χωρίς ελευθερία, χωρίς ομορφιά.

Προεκτείνοντας το παρόν στο μέλλον
μόνο σκοτάδι μπορεί να δείς
το φώς του ήλιου χάνεται στις ταραγμένες κραυγές
αυτών που κομπάζουν και φοβούνται να ζήσουν
αυτών που δεν είναι κύριοι των εαυτών τους
και ζούν μες το κόμπλεξ, εγκλωβισμένοι στο τίποτα
τι να περιμένεις από το αύριο όταν είναι βέβαιο
πως θα είναι το ίδιο με το χθές;

Εγκλωβισμένοι στο κενό
σε ένα κόσμο όχι μαγικο
αλλά όπως λένε πραγματικό
προχωρούμε μερικοί από εμάς
πιστεύοντας πώς διαφέρουμε
πως είμαστε ξύπνιοι
προχωρούμε στο αύριο
κουβαλώντας το σταυρό της αδικίας
στις πληγωμένες από τα μαστιγώματα
του ψέμματος και της πικρίας πλάτες μας
προχωρούμε στο αύριο γνωρίζοντας
πως το τέλος του μαρτυρίου αυτού αργεί να ρθει
πως κάθε ανάσα μας και μια ευχή για ελπίδα
κάθε αναστεναγμός μια σκέψη για χαρά
κάθε δάκρυ για ένα ραγισμένο όνειρο

Ο ήλιος έχασε τη λάμψη του δε φωτίζει πια
τα αστέρια χάσανε τη ζωντάνια τους
και εμείς σαν τη νεκρή Σελήνη
γυρίζουμε σαν δορυφόροι γύρω από τους άλλους
με καρφωμένο το βλέμμα μας σ'αυτους
ξεχνώντας πάντα να κοιτάξουμε αλλού
κατάσκοποι πάντα στην ίδια μας την οικογένεια

Saturday, January 06, 2007

Η νύχτα

Από αυτό το υψόμετρο
οι ήχοι της πόλης
λιώνουν σε ένα βαρετό βρυχηθμό
σαν ένα γιγαντιαίο τέρας
που εκτοξεύει φωτία από τα ρουθούνια του

Μου μιλάει, ψυθιριστά
αλλά δεν μου λέει τίποτα
που χρειάζομαι να ακούσω

Μέχρι που ένας ήχος
διαπερνά το πέπλο της μονοτονίας
Οι κραυγές απόγνωσης για αλλαγή
με αναγκάζουν να στρέψω το βλέμα μου σ'αυτους

Η αποστολή είναι πιο σημαντική
και οι αντιπερισπασμοί δεν χωράνε
ούτε έχουν πια αξία.
Μόνο η αποστολή έχει σημασία.

Η μάσκα γλυστρά μπροστά απ'το πρόσωπο
φτερά από δέρμα απλώνονται
οι ήχοι των ανέμων προσκαλούν
η αποστολή είναι σημαντικότερη από όλα

Αυτή είναι η πόλη μου, το βασίλειό μου
Είμαι η νύχτα, η σκιά που βλέπει τα πάντα
προστάτης και εκδικητής, ο αιώνιος Λέων.
Ο βρυχηθμός μου σπέρνει τρόμο στις ένοχες καρδιές
και ελπίδα σε αυτούς ζούν, χάνουν και υπάρχουν μόνοι

Thursday, December 28, 2006

Χάσιμο Χρόνου

Πώς να μισήσεις κάποιον που αγάπησες;
Πώς να αλλάξεις ρότα σε μια στιγμή;
Πώς να εξηγήσεις το ψέμα που άκουγες τόσο καιρό;
Πώς να χωρέσει ο νούς μια απάτη τόσο απρόσμενη;

Η ευαισθησία που δείχνεις μια φορά
πληρώνεται με προδοσία και ψέμα
και οι λέξεις
κάποιες φορές δεν φτάνουν να περιγράψουν
το πλήθος των ανάμικτων συναισθημάτων

Περιμένεις, ονειρεύεσαι ζείς στη φαντασία
που τρέφεται με εικόνες κατασκευασμένες
ικανές να στηρίξουν τη παράνοιά σου
ξάφνου καταλαβαίνεις ότι αγαπάς ένα όνομα
μια εικόνα, ένα ψέμα, έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει
μια σκια του νου, μια σταγόνα στη βροχή.

Ακόμα και οι αναμνήσεις σου είναι ψεύτικες
βασίζονται σε σκέψεις και σε όνειρα που είχες κάνει
άτιμη, της ψωνισμένης γυναίκας, η ψυχή,
ιδίως αν είναι παιδική, ανώριμη, παρθένα.

Πώς να μισήσεις κάποιον που δεν καταλλαβαίνει;
Πώς να εξηγήσεις σε ένα παιδικό, ανώριμο μυαλο;
Χάσιμο χρόνου...

Tuesday, December 19, 2006

Επίλογος

Σαν γεννήθηκα κρύψανε οι θεοί
το φως του ήλιου απ' τα μάτια μου
τους ήχους της ζωής από τα αυτιά μου
τις μυρωδιές της ανανέωσης από τη μύτη μου
την τρυφερότητα της αγάπης από την αφή μου

Έψαξα και ξανά έψαξα
για χρόνια, μήνες και για μέρες
κάθε λεπτό και κάθε δευτερόλεπτο
να βρω αυτά που άδικα μου στέρησαν

Βρήκα το φως του ήλιου στα δυο της μάτια
τους ήχους της ζωής στο γέλιο της
τις μυρωδιές της ανανέωσης στον αέρα των μαλλιών της
την τρυφερότητα της αγάπης στο απρόσμενο χάδι της

Γύρισα στον οίκο των πατέρων μου,
χαρούμενος και υπερήφανος για πρώτη φορά
και τους εκμυστηρεύτηκα τις προθέσεις μου
Θεοί, πατέρες, αρωγοί του χαρακτήρα μου
με ράπισαν, με τιμώρησαν για την αυθάδειά μου

Επειδή τόλμησα και αντικατέστησα
το φως του ήλιου με τα μάτια της
τους ήχους της ζωής με το γέλιο της
τις μυρωδιές της ανανέωσης με τα μαλλιά της
τη τρυφερότητα της αγάπης με το χάδι της

Θεοί, πατέρες, οδηγοί της ζωής και του σκοπού μου
δολοπλόκησαν, σαμποτάρισαν ώσπου με κατέστρεψαν
για την αυθάδειά μου να χαρώ,
να γελάσω να θελήσω να τη δω.

Επειδή τόλμησα και ονειρεύτηκα
τα μάτια της στα μάτια μου
το γέλιο της στα αυτιά μου
τον αέρα των μαλλιών της στη μύτη μου
το χάδι της στο χέρι μου

Επειδή αρωγός του χαρακτήρα μου
καθοδηγός της ζωής και του σκοπού μου
ήταν πια το συναίσθημα και η καρδιά
και όχι η φιλοδοξία και ο νους μου

Επειδή όταν έπρεπε να βυθίζομαι στο σκοτάδι
το φως των ματιών της το διέλυε
κι αντί να βασανίζομαι από τους δαίμονες της σιωπής
ο ήχος του γέλιου της τους έδιωχνε
κι όταν πνιγόμουν από τη βρώμα της σημερινής εποχής
ο αέρας των μαλλιών της, έφερνε τις μυρωδιές της θάλασσας
κι όταν η σκληρότητα του καθημερινού πολέμου με γέμιζε πληγές
το χάδι της στο χέρι μου τις έκλεινε

Χαρείτε ουράνιοι Πατέρες και θεοί
γιατί ο λέων έχασε τη χαίτη του
και το βλέμμα του έχασε τη λάμψη του

Γιατί όπως και τότε στη γέννα του
του στερήσατε σε μια βραδιά, του κλέψατε
το φως του ήλιου απ' τα μάτια του
τους ήχους της ζωής από τα αυτιά του
τις μυρωδιές της ανανέωσης από τη μύτη του
την τρυφερότητα της αγάπης από την αφή του

Υπερήφανε Αλέξανδρε

Μια δικαιολογία
Μια κρυφή αιτία
Ένα καινό, λέξεις

Άπειρες ώρες σκέψης
και ένας πόνος
όμοιος με κανέναν άλλον
πρωτόγνωρος

Υπερήφανε Αλέξανδρε
Πανίσχυρε Αλέξανδρε
θυμήσου αυτές τις στιγμές
χάραξε τες στη μνήμη σου
σαν μάθημα, σαν δίδαγμα
Που η δυνατή φωνή σου
λύγισε και έσπασε και κρύφτηκε
μέσα σε αναφιλητά

Υπερήφανε Αλέξανδρε
που ξέχασες αυτά που δίδασκες:

Ποτέ μη πληγώσεις μια γυναίκα,
πλήγωνε τον εαυτό σου καλύτερα

Ποτέ μη αφήσεις να σε θεωρήσουν δεδομένο
το μυστήριο του αγνώστου είναι ανανέωση

Κάθε γυναίκα είναι ένα ανοιξιάτικο μπουμπούκι
θέλει φροντίδα, ανοχή, υπομονή και περιποίηση
για να ανοίξει και να σου φανερώσει την ομορφιά
που έκρυβε σε όλη της τη προηγουμένη ζωή

Κάθε γυναίκα είναι ένα εύθραυστο διαμάντι.
Φαινομενικά πανίσχυρο μα κατά βάθος ευάλωτο.
Αν το ραγίσεις δεν ξανακολάει

Διάλεξε μία που σου ταιριάζει
και δώσε της τα πάντα χωρίς να ζητάς
αν πληγωθείς θα αποκτήσεις ένα μάθημα
αν την κερδίσεις θα αποκτήσεις μια βασίλισσα

Υπερήφανε Αλέξανδρε,
μέγιστε, τρανέ, ανίκητε
πως σιώπησε η υβριστική φωνή σου
από τα μάτια μιας γυναίκας;
Ξέχασες να προφυλάξεις
την αχίλλειο πτέρνα σου
δε πειράζει, ας είναι
κι ο Αχιλλέας ο ίδιος ήξερε
αλλά παρόλα αυτά πήγε στη Τροία.

Είναι της μοίρας και των άστρων
κάποιες συγκυρίες
μας έφεραν την αλλαγή
φως στο σκοτάδι μας
ένα λιμάνι για το πλοίο μας
μια ανακωχή στο πόλεμο

Είναι της μοίρας και των άστρων
να τελειώσει έτσι,
δίχως αποχαιρετισμό
δίχως πραγματική αγάπη;

Πόσες θυσίες απαιτείται Αλέξανδρε;
Για να σπάσει ο ιστός τη μοναξιάς
που μας εγκλωβίζει όλους;
Τι χρειάζεται να γίνει
για να μπει κάποιος στο μυαλό μιας γυναίκας
και να της δώσει να καταλάβει πραγματικά
ότι αυτό που νοιώθει είναι αληθινό
και να διώξει το φόβο της
που δημιουργεί συγκρούσεις, ανασφάλειες, πανικό
και οδηγεί ξανά στη μοναξιά
μα με ένα ανεπανάληπτο και πρωτόγνωρο
συναίσθημα κενότητας και πόνου

Καλωσόρισες στο πατρικό σου
Υπερήφανε Αλέξανδρε
ωραία τα κατάφερες
πρωτοπόρε και στην αποτυχία

Πλήγωσες μια γυναίκα,
πλήγωσες και τον εαυτό σου

Τη θεώρησες δεδομένη
και εθεωρήθης δεδομένος
έπαψε πια να είναι μυστήριο
έπαψε η ανανέωση

Πήρες ένα πολύτιμο πανάκριβο διαμάντι
και το έσπασες σε χίλια κομμάτια
για να δεις απλά τι κρύβει μέσα
ανυπόμονος όπως πάντα
δεν περίμενες να έρθει ο καιρός
που θα άνοιγε μονάχο του
όπως τα ανοιξιάτικα μπουμπούκια σκαν
και φανερώνουν την κρυμμένη τους ομορφιά

Αν το ραγίσεις δεν ξανακολάει...έλεγες
Εσύ το έσπασες...

Wednesday, December 13, 2006

Αιώνιος Λέων

Στη μια στιγμη που γεννιέται το φώς
και το όνειρο ισορροπεί στον ύπνο μας
δίνουν το παρόν οι φύλακες και οι καθοδηγοί

Προσδίδουν μια νέα αίγλη στο καθημερινό βάρος
Όλα είναι πρόσκαιρα, στιγμιαία, μοναδικά
Η σημερινή στιγμή δεν θα ξαναυπάρξει
Η στάση ζωής δεν αλλάζει, όπως και η υπόσταση

Οι Άρχοντες των 5 Οίκων
με χρίσαν αδερφό τους
εμένα, τον πρόδρομο του λιονταριού
τον υιό ενός ξεπεσμένου στην ιστορία θεού.

Οι Άρχοντες προσφέραν δώρα και λύπες
δοκιμασίες ήταν το κόστος και ανοχή ο τρόπος
Για να γίνεις άτρωτος στο δηλητήριο
πρέπει να ποτίζεσαι με αυτό σε μικρές ποσότητες
σιγά σιγά αυξανοντάς τες έως ότου να μη σε ακουμπά

Έτσι είναι και η ζωή,
άτρωτος, αθάνατος, απρόβλεπτος
σαν τα τρία στοιχεία ενωθούν
ξεκοιλιάζεται η θνητότητα του σάπιου ανθρώπου
και γίνεται Λέοντας.

Οι Άρχοντες προσφέρουν παραδείγματα
ή ζείς σαν άνθρωπος και πεθαίνεις σαν πρόβατο
η ζείς σαν πρόβατο και πεθαίνεις σαν Λέοντας.

Ξημέρωμα

Μύριες σκέψεις, λόγια
δικαιολογίες δίχως λογική
χρονοβόρες αναλύσεις
καθόλου πραγματισμός

Πνευματική αιμοραγία
ένα παλιό γνώριμο συναίσθημα
μια συγκαταβατική μελαγχολία

Πρόσκαιρη;
Πότε!

Καθώς το ψέμα της νύχτας υποχωρούσε
και με καλοσώριζε το φώς της νέας μέρας
συνειδητοποίησα πώς κάθε πρόβλημα
ξεκινάει από την ανθρώπινη αδυναμία
να κατανοήσει αυτά που συμβαίνουν γύρω του

Πάντα ακολουθεί ένας νέος ήλιος
ένα ολοκαίνουργιο πρωινό
όμοιο του οποίου ποτέ δεν προυπήρξε
οπότε όλα φαίνονται πιο καθαρά
όπως πραγματικά είναι
πιο όμορφα πιό ήρεμα
τραγικά και απολαυστικά απλά

Οι Λέοντες δεν κάνουν υποχωρήσεις,
δεν πεθαίνουν στο σκοτάδι
δεν προδίδουν τα πιστεύω τους
δεν αλλάζουν στάση ζωής
δεν παραδίδονται, ούτε μεταλλάσονται
δεν κοιτούν να επιβιώσουν
Οι Λέοντες δεν κάνουν συμφωνίες με ανθρώπους
ακόμα και αν είναι καταδικασμένοι
να πεθάνουν σαν πρόβατα

Monday, December 04, 2006

Επίλογος;

Χαλάρωσε τα ξεραμένα χείλη του
σε μια απόπειρα να ανακουφιστεί, τα έγλυφε
θυμίθηκαν το φιλί που χρώσταγαν

Προσπάθησε να κουνηθεί, αδύνατο.
Τα πόδια του βυθισμένα στο παγωμένο μάρμαρο
έμεναν ακίνητα, μουδιασμένα
Πόσες ώρες είχαν περάσει;
Πόσες ώρες ταξίδεψε στη μελαγχολία του παρελθόντος;

Οι σκέψεις τόσο δυνατές
που τις άκουγε στ'αυτιά του σαν φωνές
Ξεροκαταπίνοντας ψυθίρισε για άλλη μια φορά
μια πανάρχαια βλασφήμια, ύβρις
"Δεν υπάρχει θεός..."

Ειρωνικό το ότι μόλις μια βραδια πρί τον ευχαριστούσε
"Σε ευχαριστώ Ω Κύριε, για το λευκο φώς
που αν και εκτυφλωτικό μου έδειχνε νέα χρώματα
νέες εικόνες και με γέμισε με νέα συναισθήματα
Σε ευχαριστώ Πατέρα, για τη γενναιοδωρία σου"

Ειρωνικό που όλα αυτά ψυθίριζε μόλις μια βραδια πρίν

"Δεν υπάρχει θεός, κι αν υπάρχει με μισεί
Γιατί ώ Πατέρα, γιατί;΄"

Απ' την αρχή κυρίαρχη πράξη το κρυφτό
έπρεπε να κρύβει τη χαρά που τη γνώρισε
τώρα πρέπει να κύβει τη θλίψη που τη χάνει
που την έχασε ήδη μα ακόμα του το κρύβει και αυτή
"Μη φύγεις, που πάς και εσύ, που πας; Γιατί;"

Έσφυξε τα χείλη του, τέτοιες φράσεις δε πρέπει
μήτε θνητού μήτε αθανάτου τη σκέψη να δραπετεύουν
Δικό του ήταν το φταίξιμο, δική του η ευθύνη
Δική του η στιγμή και η αποτυχία εκείνη

Σε μια απόπειρα ανακούφισης δάκρυσε
θυμίθηκε ένα χαμόγελο κρυμμένο και αυτό απ' τους πολλούς
Ξάπλωσε ανάσκελα κοιτώντας τις σκιές
που χόρευαν στο σκοτάδι αόρατες και άοσμες
από θνητου νηφάλιο μάτι και ρουθούνι.

Καλοσώρισε τον επερχόμενο εφιάλτη
που του προμύνισαν στους ψυθίρους τους
Κλείνοντας τα βουρκωμένα μάτια του
χαμογέλασε κρύβοντας τη πίκρα του και είπε

"Και τώρα πάλι μόνοι μας, εγώ και εσύ
σκιά σκοτεινή, ερείπιο του οίκου του φωτός
και τώρα πάλι οι δυο μας, εγώ και εσύ
σκοτάδι φίλε μου, σπίτι, καταφύγιο και ναέ μου"

Καθώς οι τελευταίες χαρούμενες αναμνήσεις
στραγγίζονταν από τους δαίμονες της νύχτας
πριν ξεχάσει μια για πάντα τις στιγμές εκείνες
τις στιγμές χαράς και ζωής που ίσως πέρασαν μαζί
θυμίθηκε νεκρός πια τώρα τα μάτια και το χαμόγελό της
και τη θλίψη που έκρυβαν αυτά όταν τη γνώρισε
όταν όλοι κρύβονταν απο όλους
όταν όλοι έκρυβαν τα πάντα από τους πάντες
όταν το μόνο που είχε να κρύψει
ήταν η αγάπη του...

Wednesday, November 29, 2006

Τι συμβαίνει;

Παράνοια, ζάλη και εκτυφλωτικός θυμός
τι συμβαίνει;
Στην άκρη του βασιλείου της λογικής ισορροπώ
τι συμβαίνει;

Οι τοίχοι αρχίζουν και σειόνται μέσα σε κυματισμούς
τι συμβαίνει;
Οι σκιές στις άκρες του δωματίου κινούνται, έρποντας
τι συμβαίνει;

Τυφλωμένος από την εξάντληση και τη πίεση
προχώρησα στη θυσία του ιερού αμνού
φύσηξα με δύναμη και έσβησα το φωτοβόλο κερί
μούντζωσα τον ήλιο και αρνήθηκα τη νύχτα.

Μετά από τόσο καιρό και πάλι μόνος
και οι φωνές, οι ψίθυροι τα περιπαικτικά γέλια
αρχίζουν να διακρίνονται μέσα στην ησυχία της απομόνωσης.
Τι συμβαίνει;

Η αρρώστια που γιατρεύεται με άλλη αρρώστια
οι χτύποι της καρδιάς που σβήνουν σιγά-σιγά
ή σε μια στιγμή ηχούν πιο δυνατά από ποτέ
η έλλειψη επικοινωνίας και επαφής κοστίζουν

Οι τοίχοι τρέμουν
οι σκιές ουρλιάζουν, ωρύονται
οι φωνές τους ενώνονται με τη δικιά μου
σε μια κραυγή απόγνωσης και απελπισμένης απορροίας.

Πως επαναφέρεις τη ζωή σ'ένα νεκρό κορμί;
Πως ανάβεις δίχως φωτιά ένα σβηστό κερί;
Πως να διώξεις τα μαύρα σύννεφα
που μόνος σου έσπειρες να κρύψουνε τον ήλιο;
Πως γίνεται να σε αγκαλιάσει η νύχτα
όταν τη μίσησες πρώτος και σε έδιωξε;

Τί δύναμη έχει μια απλή συγνώμη
όταν δεν αξίζεις τη συγχώρεση;

Αναλώσιμοι

Κοίταξα τον ήλιο στα μάτια
και είδα τα μάτια της να κλείνουν
κοίταξα τις γαλάζιες θάλασσες
και είδα το δάκρυ της να τρέχει

Αμάγαλμα ελπίδας και ενοχών
τύψεις για παλαιότερες συμπεριφορές
καθώς όλα είναι σχετικά
και όλα αναλώσιμα
ίσως στο τέλος της γραμμής
να ευθύνομαι εγώ

Και αν το κρύο του χειμώνα
θυμίζει τη ζεστασιά που προσέφερες
μια μέρα και μια νύχτα
θα θυμάμαι πάντα
τα λόγια που σωστά σου είπα όταν έφυγα

Κοίταξα ξανά τον ήλιο
και κλείσανε τα μάτια μου
κοίταξα ξανά τις γαλάζιες θάλασσες
και βούρκωσαν τα μάτια μου

Τόσες ικανότητες
και τόσες δυνάμεις
τέτοια ξεχωριστή ζωή
τέτοια υπόσχεση για το μέλλον
δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν όλα αυτά
κλειδωμένα μέσα μου η αλήθεια και το ψέμμα.

Δεν στάθηκα ικανός να σε αλλάξω
δεν στάθηκα ικανός να σε πείσω
δεν υπήρξα ποτέ φορέας σιγουριάς
υπήρξες το αερόστατο της ελπίδας μου
που με την ζέστη της πνοής σου φούσκωνα και πέταγα

Κοίταξαν τον ήλιο
και κλείσανε τα μάτια τους
κοίταξαν τις γαλάζιες θάλασσες
και βούρκωσαν τα μάτια τους

Και μείναμε μόνοι
συζητώντας γραφικά για επαναστάσεις
και ισωπεδωτικές αλλαγές
εγκλωβισμένοι όλοι μας
στην ψεύτικη και στημένη μοναξιά μας...

Monday, November 20, 2006

Ω Ύπνε

Ώ Ύπνε!
Πατέρα του Ονείρου, του ενύπνιου
μέσα στην ένταση του καθήκοντός σου
μη ξεχάσεις!
Χάρισέ της χάδι απαλό
και θέρμη φυσική στο στρώμα της
αντάξια της καρδιάς της

Κι αν του εφιάλτη επιρροή ή απειλή προκύψει
διώξ'τον, διώξ'τον μακρυά, πατέρα των ονείρων
κι αν χωρίς εμπόδιο περάσει και τη βρεί και τη χτυπίσει
διώξ'τον, διώξ'τον μακρυά από κοντά της

Άκου τώρα προσταγή, πατέρα κι υπηρέτη
τη μάσκα που αριστοτεχνικά δημιούργησε το παρελθόν
ραγισε και σπάσε, τώρα!
κι απ'τα σκοτάδια και τις κρυφές γωνιές της αχανής καρδιάς της
το κρυμμένο της χαμόγελο ανέδειξε, φανέρωσε!

Σαν της νύχτας το φεγγάρι η ματιά της
σαν τ'αστέρια τ'ουρανού το βλέμμα της
και εγώ είτε σαν ήλιος είτε σαν ετερόφωτος ακολουθός
παρακολουθώ και βλέπω από ψηλά
με μάτι προστάτη ή τιμωρού
φιλάω τα ξεχασμένα ονειρά της

Monday, November 06, 2006

Το τζάκι της ψυχής σου

Φλόγα που έδιωξε το σκοτάδι, το πρόσωπό της
εκείνη η φλόγα που πάντοτε χορεύει στη ματιά της
που ποτε δεν φεύγει ή κρύβεται ή ξεπερνιέται
από τίποτα άλλο εκτός ίσως απ' το χαμόγελό της
ακόμα κι αν έγνοιες μάταιες ή μη δεν την εγκαταλείπουν
αυτό ποτέ δεν την εγκατέλειψε ποτέ της δε τη πρόδωσε

Οι σκέψεις της ταράξανε τις πυρινες χορεύτριες της φωτιάς
τα κάρβουνα κοκκίνισαν απότομα σε μια στιγμή
σφυρίζοντας, σέρνοντας μικρούς κρότους σε μια στιγμή διαμαρτυρίας
καθώς έθρεφε της φωτιά με πάθη, λέξεις, σκέψεις καινουργιες
εκπέμποντας μια θέρμη ελεγχόμενη που κρύβεται απ' τα λόγια

Σαν αγέρας που φυσά τα λόγια σου
που διώχνουνε τις μαύρες σκέψεις μου
ανάβουν νέα πυρρά μες την εστία της ψυχής μου
ανάλογη, ίση κι όμοια με το τζάκι της καρδιάς σου

Friday, November 03, 2006

Εργοδότες

Ψεύτικα μικρά ανθρωπάκια
μασκαρεμένα με γραβάτε
και γυαλιστερά παππούτσια
Ψεύτικα μικρά ανθρωπάκια
σαν σκυλιά γαυγίζουν
σαν γάτες σκέπτονται

Διακόπτουν τη ροή της καθημερινής ηρεμίας
με το ψεύτικο χαμόγελο βιτρίνα της μούχλας τους
όταν η πειθώ αποτυγχάνει καταφεύγει στις απειλές
ο τρόπος που επιλέγει να επιτεθεί μέσω άλλων
αποδυκνύει τη σαθρότητα της ποιότητάς του

Σκουλίκια στη καρδιά τους
και σάπια αδυναμία ο παλμός της
θα έρθει ελπίζω η μέρα που πύρηνες ρομφαίες
θα πέσει η τυχερή ζαριά της εκδίκησης
το βασίλειο των ουρανών ανήκει στους μη επιφανειακούς

Συν αυτώ το τέλος σου θα είναι απίστευτο
σάπια η ηλικία σουκαι σάπια η γενιά σου
ψεύτικες οι φιλοδοξίες σου και κάλπικη η γνώση σου
κι αν η προσωπίδα σου ραγίσει απ' την αλήθεια
θα φανεί η νοθρώτητα του ηθικού προσώπου σου

Αυτοί που χάνονται στη κρυμμένη πραγματικότητα
και γελούν με τα καμμώματά σου ίδιοι με σένα είναι
κι αν δεν πράττουν σαν εσένα τίποτα δεν αλλάζουν
ούτε στους εαυτούς τους ούτε στο περίγυρώ τους

Ω εσύ μικρέ, ανθρωπάκι κι εσύ του καιρού σου
σκλάβε των ευθυνών και επιθυμιών σου
δούλε της ματαιόδοξίας σου η της ανύπαρκτης φιλοδοξίας σου
Σε βλέπω και γελώ ... από ψηλά

Wednesday, October 04, 2006

Ανέκδοτο

Σ'αυτό το βασίλειο ζούμε μόνοι
εκλέγοντας παράφρονες και πρόβατα
να κυβερνούν τους κοιμισμένους κυνηγούς
τους γερασμένους λέοντες.

Σ' αυτό το βασίλειο
οι τυφλοί οδηγούν
και οι απεγνωσμένοι
διδάσκουν ελπίδα

Τι σημασία έχουν τα όνειρά μας
αν δεν μπορούμε να τα πραγματοποιήσουμε;

Ότι μας έχει απομείνει
είναι οι εαυτοί μας και η μοναξιά μας,
αυτή η κατασκευασμένη παράνοια.

Και η αγάπη δε χωρά στην ιστορία
μην δε τά 'χεις αποδείξει τόσο εσύ όσο και άλλες;
Ο ένας ν'αγαπά κι ο άλλος να εκμεταλλεύεται
ο ένας να μένει μόνος κι ο άλλος με παρέα ξένη να χαίρεται...

Thursday, September 14, 2006

Μύθος & Ψέμα

Ψέμα

Κι αν ήξερε κι αν μάθαινε
τι θ' άλλαζε στ' αλήθεια
ο μύθος και το ψέμα που έχτισε
τρεφόταν από συνήθεια

Ο δύστυχος καμάρωνε
για μια στιγμή βλακείας
που ερωτεύτηκε και έχασε
εαυτό και ύφος αρεσκείας

Λες κι άλλοι δε δαγκώσανε
του έρωτα το μήλο
και δεν απέτυχαν ή πέτυχαν
ολοκλήρωση ή ξύλο

Μύθος

Θεέ μου, Κύριε, σε σένα πια μιλάω
οι άνθρωποι μικροί και ανίκανοι ν' ακούσουν
μόνο ζητούν, δέχονται και απαιτούν
ποτέ δεν δίνουν, απλόχερα το αναγκαίο

Φέρετρο της νύχτας, εδώ οι ωρες περνούν γοργά
το μαύρο δέρμα που φορώ ανάμνηση γλυκιά
μιας άλλης εποχής, ενός άλλου εαυτού, ανόητου
που ζούσε σε κόσμο μυθικό και τόσο ψέυτικο

Saturday, July 29, 2006

Βασίλειο της Αποροίας

Η αναμονή, μακρυά, πικρή μαυρίζει το φώς στα μάτια μου
Τι είδους έλξη νοιώθουμε που πρέπει κι αυτή να κρύβεται;
Μην είναι παιδικές ιδέες ή αξίες;
Μήπως η αμφιβολία που ριζώνει στη καρδιά, με τις πρώτες αυτές εντυπωσεις;
Οι προτάσεις και οι νύξεις, για μια υπόσχεση στο αύριο
καταρίπτονται και διώχνονται απ' το νού απ' τις απιστίες του χθές.

Χρόνια κι αν περνούν όπως οι ώρες μες τις μέρες,
συναισθήματα και πάθη εναλλάσονται αυξομειώνονται,
ζητάμε άλλοτε λίγα άλλοτε πολλά
μα πάντα στο τέλος περνούμε τη νύχτα μόνοι

Μόνοι και χαμένοι στο σκοτάδι μιας παράλογης μοναξιάς
ενώ ο κόσμος έξω μας καλεί,
εμείς κλεινόμαστε μέσα περιμένοντας
ενώ αυτές γυρνούν και ζούν στιγμές τρυφερές,
μυστικές μακρυά από μας

Ψήσου νέε, στα κάρβουνα της ψυχής σου
Ψήσου και θρέψε την αξιοσύνη της
Δώσε και μη ζητάς, μη ζητάς τίποτε,
από κανένα και καμία
Ούτε θεό ούτ' άνθρωπο

Αφέσου!

Friday, June 23, 2006

Αναλώσιμοι

Κοίταξα τον ήλιο στα μάτια
και είδα τα μάτια της να κλείνουν
κοίταξα τις γαλάζιες θάλασσες
και είδα το δάκρυ της να τρέχει

Αμάγαλμα ελπίδας και ενοχών
τύψεις για παλαιότερες συμπεριφορές
καθώς όλα είναι σχετικά
και όλα αναλώσιμα
ίσως στο τέλος της γραμμής
να ευθύνομαι εγώ

Και αν το κρύο του χειμώνα
θυμίζει τη ζεστασιά που προσέφερες
μια μέρα και μια νύχτα
θα θυμάμαι πάντα
τα λόγια που σωστά σου είπα όταν έφυγα

Κοίταξα ξανά τον ήλιο
και κλείσανε τα μάτια μου
κοίταξα ξανά τις γαλάζιες θάλασσες
και βούρκωσαν τα μάτια μου

Τόσες ικανότητες
και τόσες δυνάμεις
τέτοια ξεχωριστή ζωή
τέτοια υπόσχεση για το μέλλον
δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν όλα αυτά
κλειδωμένα μέσα μου η αλήθεια και το ψέμμα.

Δεν στάθηκα ικανός να σε αλλάξω
δεν στάθηκα ικανός να σε πείσω
δεν υπήρξα ποτέ φορέας σιγουριάς
υπήρξες το αερόστατο της ελπίδας μου
που με την ζέστη της πνοής σου φούσκωνα και πέταγα

Κοίταξαν τον ήλιο
και κλείσανε τα μάτια τους
κοίταξαν τις γαλάζιες θάλασσες
και βούρκωσαν τα μάτια τους

Και μείναμε μόνοι
συζητώντας γραφικά για επαναστάσεις
και ισωπεδωτικές αλλαγές
εγκλωβισμένοι όλοι μας
στην ψεύτικη και στημένη μοναξιά μας...

Θεία Δίκη

Εκτυφλωτικό φώς
μάτια που αλλάζουν χρώμα
καφέ σε γκρί
πράσινο σε μπλέ
μορφές δίχως χαρακτιριστικά
άνοιξε η πύλη και μια γνώρημη φωνή
με κάλεσε, σχεδόν διέταξε, να μπώ...

Παρουσιστήκαμε σήμερα εδώ
εμείς του αρχαίου είδους
για να ρωτήσουμε ο ένας τον άλλον
αν αξίζουν οι θυσίες που επιβάλλουμε

Συμβούλιο,
θεοί, ήρωες, ημίθεοι
και εμείς,
οι φύλακες
κληθήκαμε πρώτοι
να απολογηθούμε.

Πριν από χιλιάδες χρόνια
κάποιοι μας ονόμαζαν άγγελους
κάποιοι μας ονόμαζαν δαίμονες
κάποιοι μας αποκαλούσαν φωτεινούς
κάποιοι μας ονόμαζαν μύστες και ιερείς
σήμερα ζούμε όπως όλοι οι άλλοι
μα αναζητούμε προστασία
από αυτούς που προστατεύαμε.

Η αδυναμία μας βασίζεται στις επιλογές μας.

Η απολογία μας ήταν σύντομη και ειλικρινείς.
Οι πατέρες δεν δείξαν επιείκια, ποιός ο λόγος άλλωστε.
Πριν την αρχή του χρόνου, οι πρώτοι επαναστάτες
απαίτησαν να ζούν ελεύθεροι όπως οι άνθρωποι
και εξέπεσαν. Κάποιοι λένε πως έχασαν το δρόμο τους.

Θνητά μάτια, δύσκολα να διακρίνεις το μεγαλείο των Πατέρων.
Οι δυνάμεις μας ανεξέλεγκτες επιρρεάζουν τους κοινούς ανθρώπους
και ο κίνδυνος της αλαζονοίας τεράστιος. Δύσκολες ισορροπίες.
Έτσι είναι η φύση μας. Οι προστάτες, οι ιατροί, οι εν Δια φέροντες.
Ποτέ να μη ζητούμε αντάλλαγμα, ποτέ να μην ζητούμε πληρωμή.

Ακούστηκε το τρισύλλαβο όνομά μου
κλήθηκα σαν μάρτυρας υπεράσπισης
προτού δικαστώ και εγώ με τη σειρά μου.
Παρουσιάστηκα στον κόσμο του λευκού
φορώντας μαύρα ρούχα.

Ψυθιρίζοντας με δέος
υπερασπίστηκα τη θέση των αδερφών μου
αναφέροντας τις πολλαπλές δυσκολίες
δύσκολο είναι να είσαι αναμμένο κερί στον άνεμο
υπερασπίστηκα των επιλογών μας
Τι θα πει ελευθερία αν υπάρχει στέρηση επιλογών;

Κάποτε αντιμετωπιζόμασταν με βασιλικό σεβασμό
τώρα πρέπει να κρύβουμε το μεγαλείο μας
πίσω από μάσκες και εμφάνιση φτωχού αγύρτη

Η τιμωρία μας για την ύπαρξη ελπίδας
ήταν η απομόνωση και η μοναδικότητα

Τις νύχτες που κοιμάσαι
γνώριζε, ώ ξένε
ότι κάποιοι ορίζουν
τι όνειρα θα δείς
και τι φιλοδοξίες θα έχεις
σαν ξυπνήσεις
οι σκέψεις που έρχονται σαν έμπνευση
δεν είναι ποτέ απλά δικές σου
αλλά σκέψεις δικές μας που απλόχερα τις μοιράζουμε
όταν υπάρχει ανάγκη ή πανικός
ποτέ δεν θα στο πούμε,
ποτέ δεν θα ζητήσουμε ευχαριστώ
πρόσεξε μόνο την αυθάδεια
στο διπλανό σου
γιατί αυτός μπορεί να είναι
ένας από μας...

Κλείνοντας την απολογία μου
με αυτά τα λόγια της αλαζονείας
οι θεοί πατέρες με τιμώρησαν
για άλλη μια φορά
στερώντας μου τη φιλία
και τη συνεχή μου κοινωνία
απομόνωση για μια ακόμη φορά
αρρώστια σε αυτούς που αγάπησα

Άκαρδοι, σκληροί αλλά δίκαιοι προστάτες...
Ποιός προστατεύει τους προστάτες
Ποιός φυλάσει τους φύλακες;
Ποιός αγαπάει τους πονεμένους;
Ποιός δίνει σημασία στους εν Δια φερόμενους;
Ποίος κάνει παρέα στους απομονωμένους;



Κανείς...

Ηθοποιός

Η αυλαία πέφτει,
το κοινό χειροκροτά ακόμα
επεφημώντας τους ηθοποιούς
ικανοποιώντας τους χορηγούς.

Ο πρωταγωνιστής χαμογελά υπερήφανα
θρέφει τη ψυχή του εκείνη τη στιγμή
είναι το κέντρο της προσοχής
είναι ο θεός τους, ο οδηγός τους.

Τα φώτα κλείνουν και ο κόσμος οδεύει προς τις εξόδους.
Κάποιοι τρέχουν στα καμαρίνια να συγχαρούν από κοντα
τους δημιουργούς αυτής της θαυμάσιας βραδιας
Κάποιοι με υστερία συνωστίζονται αποζητώντας ένα αυτόγραφο.

Ο πρωταγωνιστής σίγουρος για τον εαυτό του
νοιώθει πλήρης, ικανός για τα πάντα
και μοιράζει χαμόγελα και ευχαριστίες
στις ρηχές κολακείες των θαυμαστών του.

Οι θύρες κλείνουν και επικρατεί ηρεμία.
Μόνο οι καθαρίστριες που καθαρίζουν τις θέσεις του κοινού
και οι τεχνικοί που μαζεύουν τα μηχανήματα έχουν απομείνει,
ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί φεύγουν από την πίσω πόρτα.

Ο πρωταγωνιστής γυρίζει στην σκηνή
κοιτάζει γύρω του παρατηρώντας
τις χαρούμενες εκφράσεις τους
"επιτέλους τελειώσαμε" λένε

Ακίνητος, τους βλέπει να αποχωρούν
και μένει μόνος του, στο σκοτάδι
της άδειας σκηνής του θεάτρου.

Κατάρα και ευλογία η ζωή του καλλιτέχνη.
Δυό ώρες ζωής και εικοσιδυό ώρες θανάτου
κάθε μέρα...

Tuesday, June 20, 2006

Πουλημένη Γενιά

Θανάσιμο μίσος, πλημμυρίζει τις ψυχές των γερόντων
ζηλεύοντας την πρόσκαιρη αθανασία των νέων
που δείχνουν έτοιμοι να τους αντικαταστήσουν
έτοιμοι να προχωρήσουν με κάθε μέσον, δίχως ηθική.

Ποιός άλλος όμως φταίει για την κατάντια μιας γενιάς αν όχι η προηγούμενη γενιά;

Όταν η ψυχή ενός παιδιού δεν μαθαίνει ν'αγαπά
και όταν πρωταρχική αξία του καθίσταται η "μόρφωση"
καμία ηθική, καμία δυσειδαιμονία, κανενός είδους ρομαντισμός
δεν υπάρχει να τον καθοδηγήσει σαν πυξίδα

Βαρέθηκα πραγματικά να τους κοιτώ στα μάτια
και να βλέπω κλώνους των γονιών τους
ανίκανοι να κόψουν τον ομφάλιο λώρο τους
πιθικίζουν κάνοντας ότι τους πούν οι υπερφύαλοι γονείς τους

Ξεπουλημένοι και αυτοί, όπως και τα πρότυπά τους
για μια κοινωνική αποκατάσταση και του βουλευτή την εύνοια
αντάλλαξαν τον εαυτό τους σε νεαρή ηλικία
για να φτάσουν σήμερα να έχουν εξοχικά, πισίνες και τιμές;

Ποιός θα μας διδάξει την ανωτερότητα τους εαυτού μας;
Ποιός θα μας δείξει την διαφορά μεταξύ πάθους, έρωτα και αγάπης;
Ποιός θα μας υποδείξει τον τρόπο σκέψης που απαιτείται σήμερα;
Ποιός και τι θα μας κάνει να διαφέρουμε από τις μηχανές που εμείς οι ίδιοι κατασκευάσαμε;

Αναίσθητοι, στέκουμε στο απυρόβλητο
περιμένοντας την επόμενη αυτάρεσκη ανάδειξή μας
μη δυνάμενοι να αναγνωρίσουμε αυτά που ήδη έχουμε, ζητούμε περισσότερα,
δαγκώνουμε και μασάμε περισσότερο από όσο μπορούμε να καταπιούμε
υπερβάλλουμε, δείχνουμε ζήλο για να δείξουμε ότι είμαστε ξεχωριστοί.

Όλα για τη γαμημένη δόξα και την παραισθησιογόνη υστεροφημία μας
Όλα για την ικανοποίηση των μεγαλυτέρων που φουσκωμένοι από την εμπειρία
φοβούνται να μας αφήσουν να δοκιμάσουμε νέους δρόμους, νέες κατευθύνσεις.
Όλα για την δόξα του ονόματος, της πατρίδας και ενός έθνους που έκλεψε το όνομά του
και φροντίζει να το λερώνει κάθε στιγμή της πικρής και σάπιας του ζωής.

Ξεχνάμε όμως ότι από χώμα ξεκινήσαμε
και σε χώμα θα καταλήξουμε
τόσο εμείς που αριστεύουμε
όσο και εμείς που αποτυγχαίνουμε...

Saturday, June 17, 2006

Θέλω

Πνίγομαι σε αυτόν τον κόσμο
της στείρας εκλογικευμένης ζωής μας
Πνίγομαι σε αυτήν τη θάλασσα
της απομόνωσης, της απομάκρυνσης,
της περιορισμένης ευθύνης.

Η μαγική λέξη που λείπει απ' τα χείλη μας
"Θέλω''
Ακόμα και η επιθυμία θεωρείται αμαρτία
στην γκρίζα εποχή μας και υπόσχεται
δυσκολίες, φουρτούνες και το χειρότερο
μια προκαθορισμένη ζωή, με σχέδιο.

Θέλω να ταξιδέψω σε μέρη ξεχασμένα
Θέλω να πετάξω ελέυθερος μακριά στους νυχτερινούς ουρανούς
Θέλω να κόψω όλους τους δεσμούς μου με το παρελθόν
Θέλω ελευθερία
Θέλω ηρεμία και ένταση μαζί
Θέλω αγάπη, μίσος, φόβο, πάθος, πόνο
Θέλω αισθήματα ειλικρινά και αυθεντικά
Θέλω ανεξαρτητοποίηση και καμία υπόσχεση για το αύριο
Θέλω χάος και τάξη
Θέλω κατάρευση της πολιτικής και ανάδειξη του ανθρώπου
Θέλω πικάντικες στιγμές σε απόμερες γωνιές του χάρτη
Θέλω γέλιο, χαρά και έκσταση
Θέλω θλίψη, δάκρυα και στενοχώρια.
Θέλω ηρεμία και πάνω απ'όλα ησυχία
Θέλω μια ζωή γεμάτη γεγονότα ικανά να βασιστεί ένα μυθιστόρημα
Θέλω μύθους και νέες θρησκείες, ικανές να εμπνεύσουν το αύριο
Θέλω επανάσταση πνεύματος και ανακάλυψη ενός νέου μεγαλείου.

Παράνομος ισχυρίζομαι πως είμαι
σε αυτόν το κόσμο, σε αυτή τη χώρα
που εγκλωβίζει τα παιδιά σε όνειρα
τα οποία καταρρέουν και διαψεύδονται
στην σκληρή ηλικία των 17.

Αναγνώστη μιας μακρυνής μελλοντικής εποχής
γνώριζε και πές στους συνανθρώπους σου
πως στη δική μας εποχή, η πρωτοτυπία
θεωρείτο έγκλημα και η ελευθερία αμαρτία...

Μαρασμός

Σύγχιση, σύγχιση
όλα μου τα λόγια
μια ψευδαίσθηση.
Τι είναι αληθινό;
Τι ψέυτικο;
Είμαι ξύπνιος ή κοιμάμαι;

Σύγχιση.
Υποσχέσεις
ενάρετες σχέσεις
φιλίες, έχθρες
κοινωνικότητα

Μαρασμός στην εποχή μας
μάς δημιουργεί φοβίες
ικανές να μας απομακρύνουν
από τα πιο μικρά και απλά πράγματα.

Δύσκολα εγκαταλείπουν οι λέξεις το στόμα μας
ακατανόητα φαίνονται τα πιο λογικά
και μόνιμα τα περιστασιακά
γιατί τόση απομόνωση στην εποχή μας;

Γιατί τόση θλίψη...

Tuesday, June 13, 2006

Ουροβόροι

Σκοτάδι, μυρωδιές σήψης...
Κι άλλος εφιάλτης
Αισθήματα αλησμόνητης τύψης
της μοίρας μου δυνάστης

Ακολουθώντας διάδρομο μακρύ
κρατώντας στο χέρι μου δαδί,
πυρσό από χρυσελεφάντινο οστό
έφτασα στην αίθουσα των βασιλέων

Με φωνή τρεμάμενη από δέος
ξαφνιάστηκα απ' του βασιλιά το κλέος
στέμμα διαμαντένιο στολίζει την αρχαία κάρα
ατσάλινο σπαθί κραδαίνει στο χέρι το δεξί

Συμπεριφερόμενοι σαν μανιακοί
οι εκστασιασμένοι υπήκοοι
γυναίκες που σκίζουν τα ρούχα τους
παιδιά που πηδάνε στη φωτιά
για την καλοπέραση του άψογου βασιλιά τους

Ανυποψίαστος σπρώχνω το όραμα μακριά
καθώς με ρίχνουν στη φωτιά, θυσία και σπονδή
όταν οι φλόγες πλημμύριζαν τη καινή ψυχή μου
επικαλέστηκα το όνομα αυτών που έπεσαν παλιά
θυσία στου θηρίου της εκμετάλλευσης το βωμό.

Ουροβόροι άρχοντες, άφθαρτοι στην οργή τους
αξεπέραστοι, ανέραστοι εραστές, δυναμικοί υποκριτές
ποτέ δεν σταματούν, ποτέ δεν υποχωρούν
μανιακοί δολοφόνοι, δολοπλοκίες
κρυμμένοι πίσω από ευγενικά πρόσωπα
και πολυεθνικές εταιρίες, αφεντικά με δούλους

Προσοχή! Το χαμόγελό τους είναι κάλπικο
και η ευφάνταστη αλαζονεία τους ασύγκριτη
στο θρόνο του βασιλιά της ανικανοποίητης, της δίψας για πλούτο
εμφανίζονται υποκλινόμενοι σαρδώνια μιλώντας
η πίεση πλέον είναι αφόρητη.

Στροβιλιζόμενος απομακρύνομαι
φεύγω μακριά, άλλη μια νύχτα
παλεύοντας με το μέλλον
άλλη μια ιστορία συμπυκνώθηκε
με γράμματα και σφραγγίστηκε σε φακέλους.

Αναζητώντας την τέλεια ομορφιά
που σπέρνει τρόμο στην καταχνιά
εξοπλίζομαι με την ελπίδα της χαραυγής
μια νέα μέρα υπόσχεται μια νέα ευκαιρία για αλλαγή
αλλά δυστυχώς και τον ερχομό μιας νέας νύχτας
ίδιας με την χθεσινή

Monday, June 12, 2006

Η γενιά μας

Αστείρευτη η έμπνευση
και η ανάγκη για έκφραση
το πάθος της γενιάς μας
καλουπώνεται στις τηλεοράσεις.

Ανίκητος ο φθόνος μας
και η ανάγκη για κέρδος
οι ελπίδες της γενιάς μας
προδίδονται από τους ηγέτες μας.

Ανικανοποίητος ο ερωτισμός μας
και η δίψα για ρομαντισμό
τα όνειρα της γενιάς μας
ξεχάστηκαν όταν ενηλικιωθήκαμε.

Απίστευτη η ορμή για επανάσταση
και οι πείνα μας για κάτι καινούργιο
η εξέγερση της γενιάς μας
θάφτηκε από κομματικοποιήσεις και καπηλείες.

Ανεξέλεγκτη η υπνηλία μας
και φορώντας πάντα παρωπίδες
η ικανότητα της γενιάς μας
μικρή και ανίκανη όπως και τα όνειρά μας...

Sunday, June 11, 2006

Ελευθερία

Η ελευθερία πάντα θα πατά
σε απελπισμένες διαθέσεις και τρόπους
όταν κανείς πια δεν γνωρίζει
τι για αυτόν το μέλλον κρύβει

Περνάν τα χρόνια και μεγαλώνεις
πνιγμένος σε ένα αίσθημα απόγνωσης
νοιώθεις μελαγχολικά και θλιμμένα
σαν νά'σαι θαμμένος με το κεφάλι έξω απ' τη γη

Ποιος σου έδειξε το δρόμο;
Ποιος σε οδήγησε στον ουρανό;
Χαράμισα τον χρόνο μου παίζοντας παιχνίδια
γιατί και πώς αποφάσισες να πετάξεις μακριά;
χωρίς σημάδι ή ειδοποίηση...

Πήρα ένα γρήγορο αμάξι
επιταχύνοντας οδήγησα μακριά
τίναξα τα μυαλά μιας πόρνης στον αέρα
μα τίποτε δεν άλλαζε τη ζωή μου

Και τότε ένα πρωί
ξύπνησα μες τη βρωμιά μου
κατάλαβα τότε για πρώτη φορά
αυτό που έψαχνα εδώ δεν υπήρχε για να βρω

Έτσι, έφυγα μακριά, βαθιά μέσα στην έρημο
κρύφτηκα στα φαράγγια και τις δυτικές βουνοπλαγιές
δημιούργησα μουσική παίζοντας, ουρλιάζοντας με τους λύκους
όντας απλά ο εαυτός μου, χωρίς νά'χω σκέψεις στο μυαλό μου

Δίχως σκέψεις να μ'απασχολούν
ζώντας και αγαπώντας
στο όνομα της ελευθερίας

Ελευθερία!
Ελευθερία!
Ο ήχος της ξεθωριασμένης ελευθερίας δεν σταματά
σαν ένας νόμος ή μια αγάπη που δεν λυγίζει
στην έρημο, στη φύση θα βρεις τον εαυτό σου
να ουρλιάζει "Ελευθερία" προς τη δύση.

Μα καθώς θα μεγαλώνεις, θα δεις
πιστεύω πως θα καταλάβεις
ότι στο τέλος μέσα από τα ίδια σου τα στήθη
η ελευθερία ξεθωριάζει σαν ανάσα
σα κύκνειο άσμα, πρωτόγνωρο μα τελεσίδικο...

Monday, June 05, 2006

Μια στιγμή

Παρατήρησε τις κινήσεις της,
κοίτα πως ξαποστέλνει κάθε πρόσκληση
πως ξεπερνά κάθε εμπόδιο και πρόκληση
πρόσεξε γιατί οδεύεις σε ενεργό ναρκοπέδιο

Τα μάτια της κόβουν την καρδιά μου
σαν το διαμάντι ενός ληστή που κόβει τη βιτρίνα
η ανάσα της βυθίζει τη σκέψη μου σταδιακά
όπως ο άνεμος φουσκώνει τα πανια και ωθεί το πλοίο
το άγγιγμά της ηρεμεί την άγρια, πρωτόγονη ψυχή μου
όπως το η δύναμη της νύχτας φέρνει τον ύπνο στα ζωντανά

Παρατήρησε τον τόνο της φωνής της
κοίτα πως δημιουργεί στενόχωρη σύγχιση
και πως σταματά ή ξεκινά κάθε συζήτηση
έσο έτοιμος γιατί οδεύεις σε άγνωστα νερά

Καθώς ξαπλώνει δίπλα μου, χαιδεύει τις πληγές μου
ρίχνοντας βάλσαμο με κάθε της ψύθιρο
μου υπόσχεται ένα νέο όνειρο μια καινούργια στιγμή
που διαρκεί όσο ένα καρδιοχτύπι
όσο δυο ανάσες, όσο ένα ηλιοβασίλεμα
όσο ένας αιώνας, όσο μια πανσέληνος.
Μια στιγμή τόσο μικρή τόσο μεγάλη
όσο η πνοή που με γεμίζει αυτή την ώρα.

Παρατήρησε πως ανοίγει τα μάτια της καθώς ξυπνά
κοίτα πως στη σύγκριση ο ήλιος πως τρομοκρατείται
πρόσεξε για μια στιγμή την αύρα που δημιουργεί
το χαμόγελο της σιωπής που υπόμονα συγκρατεί
ηλεκτροφόρα δίχτυα τα μαλλιά της

Προσοχή, μυρίζει αίμα και φωτιά
μια νέα θυσία στους θεούς της ενοχής
Προσοχή, είναι η ίδια η ζωή
αχτίδα μέσα στο σκοτάδι της εποχής μου.

Έρμαιο του χρόνου η πυρρά που ανάβει στη σπηλιά της
έρμαιο τους εαυτού μου η σκιά που χάνεται στη μοναξιά της
στη σκέψη μου επιστρέφει ξεπουλωντας υποσχέσεις
που έδωσε απλόχειρα σε εκείνη την ασήμαντη για αυτήν στιγμή

Υπάρχει...

Υπάρχει εκεί έξω κάτι που μας παρακολουθεί
κάτι που μας περιμένει να δράσουμε αναλόγως
και δεν είναι άνθρωπος, δεν είναι ζώο.
Δεν έχει ψυχή, ούτε μάτια αληθινά για να δεί
αυτιά για να ακούσει, γλώσσα για να γευθεί.

Υπάρχει κάτι εκεί έξω που θρέφεται
οπό τους φόβους μας
από τις χαρούμενες στιγμές μας
από την λύπη μας
από την αγάπη μας
από την ίδια μας την ψυχή
και όχι απο σάρκα ή από αίμα

Οι επικλήσεις το απωθούνε
και οι προσευχές το έλκουν.
Η λατρεία μας το διαστρέφει
και η αποστροφή μας το δυναμώνει

Οι υπέρτατοι, αιώνιοι Κύριοι,
που ζούν μέσα μας, στα συναισθήματά μας.
ετοιμάζουν την άφιξη μα και αναχώρησή τους.
Εμείς πειραματόζωα μιας εξελικτικής πορείας
δίχως να γνωρίζουμε την μήτρα που μας γέννησε
ζούμε για να τους εκολάπτουμε σαν κουκούλια
που επωάζονται φέρνοντας στο κόσμο νέα είδη
νέους φόβους και χαρές
νέες λύπες και αγάπες
νέες ψυχές...

Saturday, June 03, 2006

Το Δάκρυ

Σκιάστηκα βλέποντας το χαμόγελό της,
να ραγίζει απότομα κοιτάζοντας στο κενό
όταν απομακρισμένη απ' τον περίγυρό της
βυθίζεται σε θλίψη που κρύβει το αληθινό.

Καθώς με βία συγκρατούσε αυτό που ένοιωθε
και χάνονταν στον καταιγισμό των σκέψεων
σε πανικόβλητες γκρίζες θύελλες αναμνήσεων
και ονείρων, απορούσα που νόμιζε πως τα'κρυβε

Στα κρυφά και ανεξήγητα του νου της τα στρώματα
πλοήγησα στα τυφλά την πλωτή ενύπνια σχεδία μου
με ενόραση που διαισθάνεται εικονικά με χρώματα
σημάδεψα τη μνήμη σαν πρόλογος στην ιστορία μου

Στα κρυφά με ταραχή και ξέσπασμα ξαφνικό
έλιωσαν τα μάτια της σε ένα δάκρυ αληθινό
σαν μια σταγόνα, προάγγελος βροχής που πέφτει
σε γη ξηρή και διψασμένη, στο πρόσωπό της τρέχει

Γιατί ένα δάκρυ είναι ένα διαμάντι
κρύβει σκέψεις, κρύβει πόθους
αλλάζει βλέψεις, σπάει όρκους
κρύβει μιας κάλπικης χαράς ψεγάδι.

Όσο πιο σπάνιο το δάκρυ τόσο πιο πολύτιμο
κι όσο πιο ειλικρινές τόσο πιο πικρό τ'αντίτιμο
μιας ψυχής η απαισιόδοξη και εσωστρεφής εντροπία
καθορίζεται από μια καθημερινή και μονότονη ανία

Καταφύγιο της προσέφερα στο μυστηριακό λιμάνι μου
και άφησα το δάκρυ της να κυλήσει στη παλάμη μου
άπλωσα το χέρι μου και το τοποθέτησα στ'αστέρια
έκλεψα το φεγγάρι και της το ακούμπησα στα χέρια

Thursday, June 01, 2006

Εφιάλτες (για τον φίλο μου τον Θ.)

Θλιμμένα μάτια κοιτάζουν τ' αστέρια
φαντάσματα από το παρελθόν στο παρασκήνιο
καθώς νυχτώνει, το θηρίο της οργής
τα στήθια του φουσκώνει

Με γυμνά πόδια τρέχει στα χαλίκια
αναστενάζει από τον πόνο και γονατίζει
μια χούφτά χώμα μέσα απ' την παλάμη του κυλά
και έντονοι σπασμοί ακολουθούν.

Η οργισμένη φωνή του καλύπτει τη βοή
του ανέμου, και ο πόνος μεγαλώνει.
Αχανείς ερωτήσεις δίχως απάντηση τον πνίγουν
το φορτίο του τον αναγκάζει να ξαπλώσει

Εφιάλτης, προδωσία,
μαύρα σκυλιά τον βασανίζουν
αιμοδιψή κοράκια περιμένουν
οργή, κατάρες, στενοχώρια.

Απόρρησα... Τι βασανίζει τον θνητό;
Με τι μορφή ομίχλης να τον πλησίασω;
και κοίταξα στα μάτια του
και προσπαθώντας τότε να καταλάβω τι τον βασανίζει.
είδα μάτια που λιώνουν και γίνονται δάκρυα
λόγια πόνου που αιμοραγούσαν απ' το στόμα του
και συνεχώς η ίδια ερώτηση
Γιατί;
Γιατί;

Απορούσε για τη συμπεριφορά της
απορρούσε για την προσεγγισή της
χρόνια τώρα τον κορόιδευε
χρόνια τώρα τον βασάνιζε.

Ρίγησα από την ένταση των αντιδράσεών του
θυμίθηκα τον εαυτό μου, όταν ζούσα σαν θνητός
τότε που η κατάρα της απόρριψης ήταν δυνατή
τότε που η μοναξιά στοίχειωνε μόνιμα την δική μου τη ζωή

Μάζεψα όλο το κουράγιο μου και όλη τη δύναμή μου
και παρουσιάστηκα μπροστά στο φίλο μου
τον έπιασα απ' τον ώμο και τον ρώτησα
"Τι σε βασανίζει αδερφέ
Τι σε βασανίζει φίλε μου;"

Σήκωσε το βλέμμα απορρώντας
ξαφνιασμένος από την εμφάνισή μου
και τότε θυμίθηκα αισθήματα απόγνωσης
"Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να είσαι εδώ;" με ρώτησε

"Η παρουσία μου επιβάλεται
είναι ο λόγος που επέστρεψα
σε αυτόν το κόσμο των ηλιθίων
να βοηθήσω χωρίς να ζητώ πληρωμή
Τόσους άσχετους βοήθησα, εσένα αδερφέ
θα αντέξω να ξεχάσω; Πές μου τι; Τι σε βασανίζει;"

Ψυθιρίζοντας τα παραπάνω γονάτισα και κάθησα δίπλα του
Αργά, σαν να μετρούσε κάθε δευτερόλεπτο, ανασκουμπώθηκε
άνοιξε το μικρό φλασκί με το κρασί και ήπιε
προσπαθώντας να πάρει κουράγιο.

"Αδερφέ, μακάρι νά 'μουν σαν και εσένα
γυναίκας η φλογερή λεπίδα να μην σ'αγγίζει
της κατάρας των θεών η αύρα να μη σε σφύζει
γιατί πάντα να βγαίνω τελευταίος και εξαπατημένος;

Μακάρι να σ'είχα ακούσει, μακάρι νά 'μουν σαν εσένα
μιας μονάχα γυναίκας η ματιά να μην σε καίει
και η άμυνές σου ποτέ να μην υποχωρούν
και ποτέ να μη ρωτάς εκτός απο εσένα ποιός άλλος φταίει;"

Απόρρησα με το πόσο λίγο
ο φίλος μου με ήξερε
απόρρησα γιατί αυτός
καταλάβαινε μόνο όσα ήθελε

"Κανείς δεν είναι τέλειος
και πρώτυπο σωστό.
Κανείς δεν βρίσκεται εδώ
για να σε σώσει απ' τον πόνο

Ήρθα από τους χώρους του φωτός
απλά για να σ'ακούσω, όχι σύγκριση
κακόγουστη να κάνω και να αρχίσω.
Πές μου λοιπόν τι είναι αυτό
που πραγματικά σε βασανίζει;"

Μια λάμψη θλίψης στα μάτια του
και ένα δείγμα οργής στη φωνή του
"Αδερφέ, αυτό που με βασανίζει
το ξέρεις πολύ καλά εξ' αλλου
αυτό σε βασανίζει και εσένα
και σε κάνει σκοτεινό.
Αυτό σε κάνει σκοτεινο
απρόσιτο και απόμακρο
αυτό σε κάνει δύσκολο και ανέκφραστο
αυτό σε αφήνει μόνο"

Άπλωσα το χέρι μου και έσβησα τ'αστέρια
κοίταξα το φεγγάρι και άλλαξα το χρώμα του
"Μόνος μου ζώ, του είπα, όλα αυτά τα χρόνια
γιατί στο όρος των θεών μονάχος σου μπαίνεις"

Καθώς ο εφιάλτης πλησίαζε το τέλος
και οι ήχοι χάνονταν στο σκοτάδι του ύπνου
ο φίλος μου ψυθίρισε
"Μόνος δεν μπορεί κανένας
είτε θεός είναι ... είτε τέρας"

άτιτλο-ακατέργαστο v.2

Ξεκινά απ'τα χαμηλά
με κρυφά ενδυκτικά
θέλοντας να φτάσει ψηλά
σε στάδια φανερά

Ξέρει τι δεν θέλει
και δε ξέρει τι θέλει
αποφάσεις των ανθρώπων
κρυμμένες στα τραγούδια

Χαράζει και ο ερχομός της νέας μέρας
υπόσχεται μια άνθηση ευγένειας
ο πιο περίεργος κόσμος που έζησα ποτέ
η πιο περίεργη ζωή που κλήθηκα να ζήσω

Και όταν τα νιάτα θα περάσουν
και η μελαγχολία αντικατασταθεί απ' την ανία
θα θυμούνται τα μνημεία που χτίσαμε αρχαίοι
και θα ψυθιρίζουν με παράπονο γιατί δεν συμετείχαν.

Monday, May 29, 2006

Παιδική Παρέλαση

Μια παρέλαση παιδική
ένας διαφορετικός κόσμος
κράτος εν κράτει
πλήθος δυσνόητων φωνών
Απορρία...

Κοιτάζω γύρω μου ψάχνοντας να εντοπίσω
τους καθοδηγούς και ίσως δημιουργούς
αυτής της καθόλα συνηθισμένης σύναξης.

Ένα παιδί παρατηρεί τα άστρα
πιστεύει πως αν το πιστέψει αρκετα
θα μπορέσει να τα φτάσει
να απλώσει το χέρι του και να τα ακουμπίσει

Ένα άλλο κοιτάει τη θάλασσα
πιστεύει πως μπορεί να κολυμπήσει
σαν δελφίνι και να συναντήσει
τις γοργόνες και τους πρίγκηπες
που του λένε στα παραμύθια

Ένα μικρό κοριτσάκι ψάχνει τη μητέρα του
ένα άλλο τσατίζεται με την αδερφή της
και στο ενδιάμεσο ένα βρέφος κοιτάει αμήχανα
τη μεγάλη ενήλικη μορφή που παίζει μαζί του

Χιλιάδες παιδικές φωνές
ίσως να εκφράζουν τις στιγμές
της προσωπικής τους ευτυχίας
ένα παιχνίδι κυρίως φαντασίας

Πόσο τέλειο και αρμονικό
είναι το χάος που δημιουργεί
αυτός ο παράξενος πανζουρλισμός
σαν φωνές από ένα όνειρο
που κάποτε είχαμε δεί αλλά ξεχάσαμε

Χαμένα κομμάτια του παιδικού μας εαυτού
που ακόμα και σήμερα στο δικό μας ασφαλές
κατα την ταπεινή μας άποψη περιβάλλον
μας στοιχειώνουν, μας κυνηγούν,
μας κάνουν να απορρούμε...
τι θέλαμε τότε, που φτάσαμε τελικα;

Η ματιά μου πέφτει πάνω σε ένα αγοράκι
που προσπαθούσε να πετάξει πηδώντας
στο τραμπολίνο και ο ειρμός των σκέψεών μου χάνεται.
Μάταια προσπαθεί, διατείνοντας τα χέρια του
και κουνόντας τα πάνω-κάτω ρυθμικά
να μείνει για λίγο ακόμα στον αέρα
μακρυά απ' το κόσμο των μεγάλων

Θυμήθηκα τον ξεχασμένο εαυτό μου
που αγωνιούσε να καταλάβει
πως γίνεται άλλα ζώα να πετούν
και άλλα να έρπονται στις σκιές.
πώς γίνεται οι άνθρωποι άλλα να λένε
και άλλα να εννοούν σε αυτό το ξένο κόσμο
των μεγάλων, των γονιών, των δικαστών.

Μια μητέρα απειλεί τη κόρη της
προσπαθώντας έτσι να επιβάλλει την τάξη.
Παρατηρώ την απορρία στα μάτια του παιδιού
να μετατρέπεται σε αγωνία, και μετά σε φόβο.
Έτσι πρέπει νάναι ο κόσμος του παιδιού;
Γεμάτος φόβο;

Αμέτρητες παιδικές φωνές, χαρούμενες
αμέτρητοι ήχοι, που ενήλικου ο νους
δεν μπορεί να κατανοήσει.
Οι σκέψεις και το παιχνίδι τους μας φαντάζει ανοησία.

Με συνεπαίρνει το συναίσθημα
και αναρωτιέμαι ενστικτωδώς
πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός
και πως μια εποχή τόσο κοντινή
να φαντάζει τόσο απίστευτα μακρυνή

Και η πραγματικότητα σαν ένα νησί
που αναδύεται από τα βάθη του ωκεανού
με ένα αίσθημα σχεδόν κατάπληξης
με επαναφέρει στην παιδική παρέλαση.

Κοιτάζοντας προς τη θάλασσα,
φαντάζομαι τα αστέρια που θα φανούν
σε λίγη ώρα καθώς ο ήλιος πέφτει
και με ένα συναίσθημα ματαιόδοξης ελπίδας
ασφαλίζω τις σημειώσεις μου και χαμογελώντας
αποχωρώ...

Έστω και για λίγο θυμήθηκα πως ήταν
να μιλάς στα παιχνίδια σου και αυτά να σου απαντούνε...

Tuesday, May 23, 2006

Το πλοίο της ψυχής (ανολοκλήρωτο)

Σε ποιό πλοίο να ανέβω;
Μήπως σ'αυτό που στέκει διπλωμένο
περιμένωντας την άμπωτη, την πλημυρίδα
από αυτό το λιμάνι να το σώσει
και μακρυά να πάρει;

Σ'αυτό το πλοίο αποζητώ
την Κιβωτό να στήσω
έναν μέσα να βάλω, τον εχθρό
και έναν ακόμα φίλο,
(με παιδιά και γέλια να γεμίσω. )

Σε εσάς Αιώνιοι, σε σάς τα θυσιάζω
τα φτερά αγγέλου που έκοψα
και έραψα στη πλάτη μου
ιερόσυλος και εγώ και ασεβής σαν όλους.

Σε σάς Αιώνιοι, σε σάς τη θυσιάζω
την αρμονική και ήρεμη αυτή ημέρα
στο όνομα της νύχτας και του ονείρου
του ενύπνιου αυτού που με χρίζει Άρχοντα

Καλωσήρθατε στη χαρτογράφιση των ψυχών σας!
Εδώ, όπου τα λόγια δεν μετρούνε, μήτε και οι πράξεις σας
μόνο αυτό που σκέπτεστε και μόνο αυτό που νοιώθετε
έχει αξία και σημασία. Και δεν χωρά πια αμφιβολία
ότι εδώ τα πλοία αράζουν και από εδώ πάντα ξεκινούν
βάζοντας πλώρη στη καρδιά και ρότα για το νού...

Πές τους...

Αγνή βασίλισσα
πές τους ότ ήρθα
και είδα και μάντεψα
και εστίασα στα μάτια τους
και είδα την άγνοιά τους
και τους συγχώρεσα.

Η απάντηση τους στην λιτή μου πρόσκληση
ο ωχαδερφισμός των υιών και των κορασίδων σου
η παράνοια της παράξενης και περίεργης εποχής μας
η αρνητικότητα που μας σπρώχνει στις σκοτεινές γωνίες
ψάχνοντας να βρούμε ένα στήριγμα, έναν βοηθό
κάποιον, κάποια, κάτι να θρέψει τα δάκρυα μας
να ποτίσει και να φροντίσει τον κήπο της καρδιας μας
η αδιαφορία αυτή θα είναι το τέλος μας.

Πες τους βασίλισσα τ'ουρανού
ότι ήρθα και τους είδα
και κοίταξα μες τα μάτια τους
και είδα άσβεστο πάθος
και δείψα για την αλήθεια
και πόνο για το λάθος.

Ελάτε να σας δείξω τα τέσσερα βασίλεια
να σας μάθω να ακούτε τους ψιθύρους των ανέμων.
Δώσε λίγη προσοχή καθώς ξαπλώνεις στο σκοτάδι
λίγο πριν σε πάρει στο άρμα του ο Ύπνος
άκουσε τους ψίθυρους της σιωπής
διάβασε τα χείλη ενός θεού
εισέβαλε απρόσκλητος, απρόσκλητη
στο άδυτο της ψυχής των συνανθρώπων
και μάθε το μυστικό τους όνειρο
ανακάλυψε αυτό που τους κρατά ακόμα όρθιους

Στα μάτια σας κρύβεται η ιερή εξέταση
η σταύρωση ενός ανθρώπου
η ανάσταση ενός θεού
η αγάπη ενός παιδιού
η ζήλια του δευτερότοκου αδερφού
ο φθόνος του φτωχού τω πνεύματι
το μίσος του εχθρού.

Στα μάτια σας, στα μάτια μου
στα μάτια σου, στα μάτια τους
κρύβονται σκιές, μυστήρια, σκέψεις.
Και όταν τα μάτια λιώνουν
και γίνονται δάκρυα
καλύπτουν τα χαμόγελα
αυτών που ορκίστηκαν αγάπη.

Πές τους βασίλισσα της φωτιάς και του νερού
ότι ήρθα και είδα
και άκουσα τα λόγια τους
και έννοιωσα την αγανάκτησή τους
μα άνθρωπος και εγώ σαν και αυτούς
θυμώνω που μοναχός τίποτα δεν μπορώ
να αλλάξω...

Monday, May 22, 2006

ημιτελές

Πύρινες γλώσσες γλύφουν απαλά το ξύλο
οι φλόγες γεμίζουν το χώρο με ένα έντονο πορτοκαλί φως
τα μάτια αναγκάζονται να δώσουν προσοχή
και τις σκέψεις μου τις κλέβει ο καπνός

Η πυρρά που δεσπόζει στις ψυχές μας
αναγκάζει τους άλλους να κοιτούν αποχαυνωμένοι
ή να μας αποστρέφονται φλεγόμενοι στο ψέμμα τους

Sunday, May 21, 2006

Απρόσκλητος και δεύτερος

Παλεύοντας με τον εαυτό μου
μέσα στην ομίχλη μιας ιδέας
συνάντησα έναν ξένο, περίεργης φύσης.
Δεν μου μίλησε ούτε με κοίταξε
έως ότου στη σκέψη μου απόρρησα
και μου απάντησε "Είμαι Άγγελος"

Αφού έφυγε τον ακολούθησα
εως ότου απρόσκλητος μπήκα δεύτερος
στη σειρα, στο ιδιωτικό του πάρτυ.

Ένοιωσα την ομορφιά μιας πρωτόγνωρης ατμόσφαιρας
σαν να με καλούσαν Σειρήνες με το μαγευτικό τους ήχο.
Πλησίασα και άπλωσα το χέρι μου, ζητώντας αναγνώριση
Αρνήθηκαν με ύφος ευγενικό, σιγοψιθυρίζοντας
"Ανήκουμε αλλού όχι σε σένα,
απρόσκλητος ήρθες, δεύτερος και όχι πρώτος"

Χωλαίνουσα ψυχή με τράβηξε μακρυα τους
οι μούσες των αρχαίων, κεντρίσαν το εγώ μου
Πλησίασα με απλωμένο χέρι, κουρασμένος
ζητώντας αναγνώριση και τη θέρμη των θεών
¨Ανήκουμε αλλού μικρέ μου πρίγκηπα
απρόσκλητος μας ήρθες και πάντα δεύτερος"

Αναστάτωση και απογοήτευση με βύθισε στο κρασί
εικόνες δαιμόνων και Ερυνείων με καταδίωκαν και πάλι
εως ότου μια στιγμή, σαν αποκάλυψη, ακολούθησε
ευγένεια στην όψη, πλήθος χρωμάτων και ένταση
παλεύοντας τον εφιάλτη, πλησίασα απλώνοντας το χέρι μου
ψάχνοντας έναν ωκεανό να αδειάσω το ποτήρι των συναισθημάτων μου
"Ανήκω αλλού, ξένε, μου είπε, απρόσκλητος
στο χώρο της ζωής μου ήρθες και δεύτερος"

Καθώς οι ώρες περνούσαν αναζήτησα ξανά τον άγγελο
που μ' έφερε στο πάρτυ αυτό της προσωπικής μου απογοήτευσης
του ζήτησα να φύγω, να γυρίσω από κει που ήρθα, στην ομίχλη
χαμογέλασε σαρδώνεια και με μια αινιγματική έκφραση μου είπε
"Εδώ ανήκεις, απρόσκλητος και πάντα δεύτερος"

Πάντα δεύτερος
κι αν ο χρόνος σκιάζοταν το θάρρος
η αγάπη θα έλυνε το πρόβλημα
Η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις
γενιά του Κάιν
ενός λεπτού καλοσύνης
να αντιστοιχεί με μια μερα
μοναξιάς.

Γεννηθήκαμε λέοντες...
και
θα πεθάνουμε σαν πρόβατα...
μοναχοί μεταξύ αγνώστων...

Thursday, May 18, 2006

Μάσκες

Φαντάσματα και μάγισσες
ξεπροβάλουν απ' τα σκοτεινά
δάση της ψυχής σου.

Σαν Σειρήνες με καλούν
οι χίλιες φωνές του Αιόλου
μελαγχολικά, μελωδικά σαν όνειρο
όταν φωνάζουν τ'όνομά σου.

Κι όπως ο αέρας παίζει τα μαλλιά σου
κλέβει ήχους και εικόνες
η μοναξιά φίλε, μας καλεί
να μας κλέψει, να μας βιώσει

Το μόνο που θέλω είναι
να μην πνιγώ στην ασφυξία
μέσα στην ίδια μου τη μάσκα

Σκοτεινή, απόμακρη, γεμάτη φόβο
και μια πρωτόγονη δύναμη, μαγεία
με πνίγει αυτή η μοναξιά της καταδίκης
όλοι θεατρίνοι, ψεύτικοι στρατηγοί
πνιγμένοι κι αυτοί όπως κι εγώ στα διλήμματα

Έχεις παρατηρήσει την κρυφή αρμονία
που καθοδηγεί την πτήση των πουλιών;
είτε πετούν ψηλά
είτε γυρνοβολούν στα χαμηλά
εκφράζουν μια λέξη...
"ελευθερία"

Η ασχήμια αυτού του κόσμου
γεμίζει αμφιβολίες και φόβους
αυτούς που τολμούν να ανοίγονται
άγγελοι με ψυχή διαβόλου
παιδιά με κουρασμένες σκέψεις..

Ποιός πρέπει νά'μαι ανάμεσά τους;
Ποιά μάσκα να φορέσω;

Tuesday, May 02, 2006

Απόγνωση

Σιγά-σιγά, καθώς νοιώθεις τον χρόνο να κυλά
βλέπεις γύρω σου πως ότι και αν κάνεις, όπως και να συμπεριφερθείς
τίποτα, ποτέ και πουθενά δεν νιώθεις ότι περνάς καλά.
Γιατί έτσι;
Ίσως επειδή κάηκες στη φωτιά που εσύ κάποτε άναψες.
Ίσως επειδή κάποια στιγμή ξέχασες τον εαυτό σου.
Μέτραγαν πάντοτε οι άλλοι, και πώς εσύ φαινόσουν.
Μέτραγαν πάντοτε οι στιγμές του γέλιου και της χαράς των άλλων
και όχι οι δικές σου.
Απόρρησες πολλές φορές με τον ίδιο σου το εαυτό,
ανέδειξες τη γνώση όπως την αντιλαμβανόσουν
αλλά σε έναν πόλεμο ποτέ δεν υπάρχουν κερδισμένοι.
Και να άλλαξες τη ζωή των άλλων
και να διόρθωσες μύρια κακά και άσχημα
τη δικιά σου τη ζωή και τα δικά σου τα κακά
δεν τα πρόσεξες.
Νοιώθεις μόνος σου
ανυπόμονα περιμένεις κάποια αλλαγή.
Ξέρεις ότι δεν σε βοηθά να ελπίζεις,
γιατί έτσι αδρανεις.
Ακόμα και έτσι όμως, τίποτα δεν σε ταρακουνά αρκετά
ώστε να αλλάξεις.
Μεταμορφώνεσαι, φοράς μάσκες, υποκρίνεσαι,
και αυτοί που σε καταλαβαίνουν, ειρωνικά ρωτούν αν νοιώθεις μόνος.
Άσχημο να είσαι χαμαιλέων.
Στο τέλος ακόμα και εσύ ξεχνάς ποιό είναι το πραγματικό σου πρόσωπο.
Βρίζεις, ξεσπάς, βαράς τους τοίχους, ουρλιάζεις, κλαίς
αλλά τίποτα δεν αλλάζει, γιατί απλούστατα θα περιμένεις το θαύμα σου.
Και όταν καταλάβεις πώς είναι δύσκολο να βγείς από το λούκι
στο οποίο απρόθυμα μεν αλλά αδιαμαρτύρητα δε μπήκες,
καταλαβαίνεις πως μέρα με τη μέρα, μεγαλώνεις
πως η φθορά της ηλικίας πλησιάζει απελπιστικά γρήγορα
πως ερχεται η στιγμή που δεν θα μπορείς ποτέ ξανά να σκεφτείς
αν μπορείς να γυρίσεις πίσω, γιατί πίσω πια δεν πάς.
Κάθεσαι και γράφεις όμορφα λογοπαίγνια,
αρέσει στο κόσμο να ακούει λέξεις, ακόμα και αν αυτές είναι χωρίς ουσία.
Κάθεσαι σε μια γωνία μεσα στο σκοτάδι, γονατιστός
και κοιτάς το άπειρο, παρακαλώντας για μια αλλαγή.
Η μονοτονία της καθημερινότητας σκοτώνει.
Αλλά η αναγκαστική μονοτονία σε βασανίζει περισσότερο.
Κολυμπάς στο αχανές μαύρο, πετάς, χάνεσαι
ειρωνικά οι άλλοι σε ρωτούν γιατί άλλαξες τόσο πολύ,
ενώ ξέρεις πως κατά βάθος τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Τι σημασία έχει αν ο τάφος σου είναι από χρυσό ή από μάρμαρο;